Η νέα γεωπολιτική κρίση στη Μέση Ανατολή επαναφέρει με οξύ τρόπο το δίλημμα ασφάλειας εφοδιασμού έναντι κλιματικών στόχων. Το ευρωπαϊκό Green Deal δοκιμάζεται από ακριβή ενέργεια, πολιτικές αναβολές και την επιστροφή των υδρογονανθράκων.
Η κλιμάκωση της έντασης στη Μέση Ανατολή βρίσκει την Ευρώπη σε μια ήδη εύθραυστη ενεργειακή ισορροπία. Με το Brent πάνω από τα 90 δολάρια το βαρέλι και τις τιμές φυσικού αερίου στην Ευρώπη να παρουσιάζουν έντονες διακυμάνσεις, η ήπειρος καλείται να διαχειριστεί ταυτόχρονα τον κίνδυνο νέου ενεργειακού σοκ και την ανάγκη διατήρησης της πορείας προς την κλιματική ουδετερότητα. Το Green Deal, που σχεδιάστηκε σε συνθήκες σχετικής γεωπολιτικής ομαλότητας, δοκιμάζεται πλέον σε ένα περιβάλλον «οικονομίας ενέργειας εν καιρώ πολέμου».
Από την πράσινη μετάβαση στην «security first» ενεργειακή πολιτική
Η συζήτηση στην ευρωπαϊκή ενεργειακή πολιτική μετατοπίζεται εμφανώς προς μια λογική «security first energy policy». Η εμπειρία της κρίσης μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία οδήγησε τα κράτη-μέλη να δώσουν προτεραιότητα στην ασφάλεια εφοδιασμού, ακόμη και με τίμημα την προσωρινή επιστροφή σε ορυκτά καύσιμα. Η δραστική μείωση της εξάρτησης από το ρωσικό φυσικό αέριο –από περίπου 40%-45% της κατανάλωσης της ΕΕ πριν τον πόλεμο σε μόλις 12%-19% σήμερα– επιτεύχθηκε με επιτάχυνση των εισαγωγών LNG, οι οποίες έφτασαν τα 134 δισ. κυβικά μέτρα το 2023, δηλαδή περίπου το 42% των συνολικών εισαγωγών αερίου.
Η στροφή αυτή δεν υπαγορεύτηκε από χαμηλότερο κόστος, αλλά από την ανάγκη διαφοροποίησης πηγών και διαδρομών. Παράλληλα, αυξήθηκαν κατά περίπου 20% οι ενεργές υπεράκτιες γεωτρήσεις στην Ευρώπη, ενώ Νορβηγία και Ηνωμένο Βασίλειο άνοιξαν νέους γύρους παραχωρήσεων. Οι ΗΠΑ ενίσχυσαν περαιτέρω την παραγωγή υδρογονανθράκων, υπογραμμίζοντας ότι η ενεργειακή ασφάλεια επιστρέφει στον πυρήνα της δυτικής στρατηγικής.
Θαλάσσιοι διάδρομοι, τιμές ενέργειας και πολιτική πίεση στο ETS2
Η Μέση Ανατολή παραμένει κομβικός κρίκος στην παγκόσμια ενεργειακή αλυσίδα: περίπου το 30% της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου προέρχεται από την περιοχή, ενώ από τα Στενά του Ορμούζ διέρχονται καθημερινά περίπου 20 εκατ. βαρέλια πετρελαίου –περίπου το 21% της παγκόσμιας κατανάλωσης– και το 25% του παγκόσμιου εμπορίου LNG. Για μια Ευρώπη που εισάγει το 96% του πετρελαίου και το 80% του φυσικού αερίου που καταναλώνει, κάθε διαταραχή στις θαλάσσιες ροές μεταφράζεται άμεσα σε πληθωριστικές πιέσεις και απώλεια ανταγωνιστικότητας.
Σε αυτό το πλαίσιο, τα πιο φιλόδοξα εργαλεία του Green Deal γίνονται πολιτικά ευάλωτα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το ETS2, το νέο σύστημα εμπορίας εκπομπών για κτίρια και οδικές μεταφορές, που μετατέθηκε από το 2027 στο 2028 υπό την πίεση κρατών-μελών. Η ενσωμάτωση του κόστους άνθρακα στα καύσιμα θέρμανσης και μετακίνησης, σε συνθήκες ήδη υψηλών τιμών, απειλεί να προκαλέσει κοινωνικές αντιδράσεις, παρότι οι δύο αυτοί τομείς ευθύνονται για περίπου το 40% των ενεργειακών εκπομπών CO₂ και το 25% των συνολικών εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου στην ΕΕ.
Η Ελλάδα ως κόμβος φυσικού αερίου και το δίλημμα της διπλής στρατηγικής
Η γεωπολιτική συγκυρία αναβαθμίζει τον ρόλο της Ελλάδας στον ευρωπαϊκό ενεργειακό χάρτη. Ο σταθμός LNG στη Ρεβυθούσα, με δυναμικότητα άνω των 7 δισ. κυβικών μέτρων ετησίως, και ο νέος FSRU στην Αλεξανδρούπολη, με περίπου 5,5 δισ. κυβικά μέτρα, ενισχύουν τη θέση της χώρας ως πύλης εισόδου φυσικού αερίου για τη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Ο Κάθετος Διάδρομος Φυσικού Αερίου, που συνδέει τις αγορές της περιοχής με την Κεντρική Ευρώπη, προσθέτει γεωοικονομικό βάθος σε αυτή τη στρατηγική.
Ταυτόχρονα, η προώθηση νομοσχεδίου για την κύρωση συμβάσεων έρευνας υδρογονανθράκων σε θαλάσσιες περιοχές νότια της Κρήτης και στη δυτική Ελλάδα εντάσσεται στο ευρύτερο ρεύμα επανεξέτασης των εγχώριων ενεργειακών πόρων. Η Ελλάδα επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην επιτάχυνση των ΑΠΕ –που ήδη καλύπτουν περίπου το 50% της ηλεκτροπαραγωγής σε ορισμένες περιόδους– και στην ενίσχυση του ρόλου της ως διαμετακομιστικού κόμβου φυσικού αερίου και δυνητικού παραγωγού υδρογονανθράκων.
Το τελικό ερώτημα για την Ευρώπη και την Ελλάδα είναι αν η «οικονομία ενέργειας εν καιρώ πολέμου» θα οδηγήσει σε δομική αναθεώρηση του Green Deal ή σε μια δύσκολη, αλλά διαχειρίσιμη, προσαρμογή με έμφαση στην κοινωνική συνοχή και τη βιομηχανική ανταγωνιστικότητα.
Σχόλιο
: Η Ευρώπη μπαίνει σε φάση ρεαλιστικής επαναξιολόγησης της πράσινης ατζέντας: χωρίς αναδίπλωση στους κλιματικούς στόχους, αλλά με σαφή προτεραιοποίηση της ενεργειακής ασφάλειας και της βιομηχανικής βάσης. Για την Ελλάδα, το στοίχημα είναι να κεφαλαιοποιήσει τον ρόλο της ως κόμβος φυσικού αερίου και πιθανός παραγωγός υδρογονανθράκων, χωρίς να εκτροχιάσει την πρωτοπορία της στις ΑΠΕ και να διασφαλίσει ότι το αυξημένο ενεργειακό βάρος δεν θα μεταφερθεί δυσανάλογα σε νοικοκυριά και μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
#GreenDeal #Ενέργεια #ΜέσηΑνατολή #ΦυσικόΑέριο #LNG #ΑΠΕ #ΕΕ #Ελλάδα






