Ο πόλεμος στον Περσικό Κόλπο και το πετρέλαιο πάνω από 100 δολάρια ανατρέπουν το σενάριο για γρήγορες μειώσεις επιτοκίων. Οι κεντρικές τράπεζες μπαίνουν ξανά σε καθεστώς συναγερμού για τον πληθωρισμό.
Η νέα ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή και η de facto παύση της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ επαναφέρουν στο προσκήνιο τον χειρότερο εφιάλτη των κεντρικών τραπεζών: έναν συνδυασμό ακριβής ενέργειας, επιβράδυνσης της ανάπτυξης και επίμονου πληθωρισμού. Με το πετρέλαιο να ξεπερνά τα 100 δολάρια το βαρέλι και τις θαλάσσιες οδούς του Κόλπου να διαταράσσονται από τις κινήσεις του Ιράν, οι προσδοκίες για γενικευμένες μειώσεις επιτοκίων μέσα στο 2026 εξασθενούν δραματικά.
Από το αφήγημα χαλάρωσης σε νέο κύκλο αυστηρής πολιτικής
Πριν από το ξέσπασμα του πολέμου, οι αγορές προεξοφλούσαν ότι η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ (Fed), η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) και η Τράπεζα της Αγγλίας θα ξεκινούσαν έναν συγχρονισμένο κύκλο μειώσεων επιτοκίων, ως αντίδραση στην αποκλιμάκωση του πληθωρισμού και στην κόπωση της ανάπτυξης. Η σύγκρουση όμως στον Περσικό Κόλπο άλλαξε άρδην το σκηνικό.
Η αποτελεσματική «ασφυξία» των Στενών του Ορμούζ –από όπου διέρχεται περίπου το ένα πέμπτο του παγκόσμιου πετρελαίου– δεν πλήττει μόνο την ενέργεια και τις μεταφορές, αλλά και κρίσιμα αγαθά όπως το ήλιο και τα λιπάσματα. Το σοκ κόστους απειλεί να αναζωπυρώσει τον πληθωρισμό, την ώρα που η απασχόληση και η δραστηριότητα ήδη επιβραδύνονται. Πρόκειται για το κλασικό στασιμοπληθωριστικό δίλημμα, στο οποίο τα εργαλεία των κεντρικών τραπεζών είναι εξ ορισμού περιορισμένα.
Ήδη η Αυστραλία προχώρησε σε αύξηση επιτοκίου κατά 0,25 της μονάδας, δείχνοντας την κατεύθυνση. Οι αγορές αναθεωρούν τις προσδοκίες τους: για την ΕΚΤ προεξοφλείται πλέον τουλάχιστον μία αύξηση εντός του έτους, για την Τράπεζα της Αγγλίας ένα σενάριο «παγώματος» αντί για μείωση, ενώ για τη Fed προβλέπονται λιγότερες και μεταγενέστερες μειώσεις. Η Τράπεζα της Ιαπωνίας, με επιτόκιο μόλις 0,75%, πιέζεται να επιταχύνει την ομαλοποίηση, καθώς η διολίσθηση του γεν προκαλεί ανησυχία σε Ουάσινγκτον και αγορές.
Μάθημα από το 2022 και πολιτικές προεκτάσεις
Η εμπειρία του 2022, όταν η ΕΚΤ και η Τράπεζα της Αγγλίας αντέδρασαν αργά στο ενεργειακό σοκ από την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, στοιχειώνει τους σημερινούς σχεδιασμούς. Ο φόβος μιας «δεύτερης έκρηξης» πληθωρισμού κάνει τους «γεράκια» να κυριαρχούν στον δημόσιο λόγο. Ο Σλοβάκος κεντρικός τραπεζίτης Πέτερ Καζίμιρ προειδοποιεί ότι αντίδραση της ΕΚΤ μπορεί να έρθει «νωρίτερα απ’ όσο πιστεύουν πολλοί», ενώ η Κριστίν Λαγκάρντ δεσμεύεται ότι οι Ευρωπαίοι καταναλωτές «δεν θα ξαναζήσουν» τις αυξήσεις τιμών της περιόδου 2022-2023.
Ταυτόχρονα, ο πόλεμος περιπλέκει την πολιτική ατζέντα στις ΗΠΑ. Ο Ντόναλντ Τραμπ πιέζει δημόσια τη Fed για άμεσες μειώσεις, ώστε να ανακουφιστούν νοικοκυριά και επιχειρήσεις ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών. Ωστόσο, η εκτόξευση των τιμών της βενζίνης και η ανατροπή της αποκλιμάκωσης στα στεγαστικά επιτόκια περιορίζουν τον χώρο κινήσεων του Τζερόμ Πάουελ. Η Fed καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στον κίνδυνο ύφεσης και στον κίνδυνο να εδραιωθούν ξανά υψηλές πληθωριστικές προσδοκίες.
Στην Ευρώπη, η Τράπεζα της Αγγλίας αναμένεται να είναι από τα πρώτα «θύματα» της νέας κρίσης: από βέβαιη μείωση, η αγορά πλέον βλέπει διατήρηση ή και αύξηση επιτοκίων, καθώς το Ηνωμένο Βασίλειο δεν έχει ακόμη απορροφήσει πλήρως το προηγούμενο πληθωριστικό κύμα. Η Ελβετική Κεντρική Τράπεζα βρίσκεται αντιμέτωπη με το αντίστροφο δίλημμα: η φυγή προς το «ασφαλές καταφύγιο» του φράγκου μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε αποπληθωρισμό, την ώρα που η ενέργεια ακριβαίνει.
Για την Ελλάδα και την ευρωζώνη συνολικά, το μήνυμα είναι σαφές: το περιβάλλον χαμηλών επιτοκίων δεν επιστρέφει σύντομα. Οι κυβερνήσεις οφείλουν να προετοιμαστούν για παρατεταμένα υψηλότερο κόστος δανεισμού, ενώ επιχειρήσεις και νοικοκυριά πρέπει να προσαρμόσουν επενδυτικά σχέδια, τιμολογιακή πολιτική και κατανάλωση σε ένα νέο, πιο ασταθές ενεργειακό και νομισματικό καθεστώς.
Σχόλιο
: Η αγορά είχε βολευτεί σε ένα αφήγημα «εύκολης» επιστροφής στη νομισματική χαλάρωση. Ο πόλεμος στον Περσικό Κόλπο το διαλύει, υπενθυμίζοντας ότι η εποχή του μηδενικού κόστους χρήματος έχει οριστικά τελειώσει. Για χώρες με υψηλό χρέος, όπως η Ελλάδα, η διαχείριση κινδύνου επιτοκίων και η πειθαρχημένη δημοσιονομική πολιτική γίνονται ξανά στρατηγικά κρίσιμες.






