Η σύγκρουση ΗΠΑ–Ισραήλ με το Ιράν μετατρέπεται σε βαθιά ενεργειακή και πληθωριστική κρίση. Οι αγορές φοβούνται σενάρια στασιμοπληθωρισμού και ύφεσης.
Η αρχική αισιοδοξία των αγορών ότι η στρατιωτική επέμβαση ΗΠΑ και Ισραήλ στο Ιράν θα είναι μια «μικρή εκδρομή» και γρήγορα αναστρέψιμο σοκ έχει πλέον διαλυθεί. Τρεις εβδομάδες μετά τα πρώτα πλήγματα, το σενάριο ενός παρατεταμένου πολέμου αναδεικνύεται σε μείζονα απειλή για την παγκόσμια οικονομία, με τις τιμές ενέργειας να εκτινάσσονται και τις κεντρικές τράπεζες να προειδοποιούν για νέο κύμα πληθωρισμού και επιβράδυνσης της ανάπτυξης.
Ενεργειακό σοκ, Hormuz και κίνδυνος στασιμοπληθωρισμού
Η τιμή του πετρελαίου έχει ξεπεράσει τα 100 δολάρια το βαρέλι, ενώ το φυσικό αέριο στην Ευρώπη έχει διπλασιαστεί, επαναφέροντας μνήμες της ενεργειακής κρίσης μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Το Ιράν απειλεί να ωθήσει το πετρέλαιο στα 200 δολάρια, στοχοποιώντας δεξαμενόπλοια, αγωγούς και υποδομές σε όλη τη Μέση Ανατολή και κυρίως τη διέλευση από τα Στενά του Ορμούζ.
Περίπου το ένα πέμπτο του παγκόσμιου πετρελαίου διέρχεται από τον στενό αυτό θαλάσσιο δίαυλο, μοναδική θαλάσσια έξοδος του Κόλπου προς τις ανοικτές θάλασσες. Τυχόν παρατεταμένος αποκλεισμός του Hormuz δεν θα περιορίσει μόνο τις ροές αργού, αλλά και κρίσιμων παραγώγων, από καύσιμα έως λιπάσματα. Αναλυτές της Société Générale προειδοποιούν ότι σε περίπτωση παρατεταμένου αποκλεισμού, οι διαταραχές σε εφοδιαστικές αλυσίδες – από τρόφιμα έως ημιαγωγούς – θα μπορούσαν να θυμίσουν «σενάριο Covid συν Ουκρανία».
Οι κεντρικές τράπεζες, από τη Fed έως την Τράπεζα της Αγγλίας και την ΕΚΤ, προειδοποιούν ήδη για ουσιαστικό αντίκτυπο στον πληθωρισμό και στην ανάπτυξη. Ο κίνδυνος στασιμοπληθωρισμού – συνδυασμός υψηλού πληθωρισμού και χαμηλής ανάπτυξης – επιστρέφει στο επίκεντρο, με αναλυτές να συγκρίνουν την τρέχουσα κρίση με τα σοκ της δεκαετίας του 1970 και τις υφέσεις του 1973, 1979 και 1990.
Από την ενέργεια στα τρόφιμα, τη βιομηχανία και την τεχνολογία
Η άνοδος του κόστους λιπασμάτων – κεντρικό παράγωγο της πετρελαϊκής βιομηχανίας – πλήττει ήδη τους αγρότες διεθνώς, προετοιμάζοντας το έδαφος για νέα άνοδο τιμών τροφίμων, με ιδιαίτερα επώδυνες συνέπειες για φτωχά νοικοκυριά και χαμηλού εισοδήματος χώρες. Ο Κόλπος φιλοξενεί μερικές από τις μεγαλύτερες εγκαταστάσεις παραγωγής ουρίας και θείου παγκοσμίως, καλύπτοντας περίπου το 50% των παγκόσμιων εξαγωγών.
Παράλληλα, οι επιπτώσεις εξαπλώνονται σε πλαστικά, χημικά, φαρμακευτικά προϊόντα και κρίσιμες πρώτες ύλες υψηλής τεχνολογίας. Η διακοπή παραγωγής ηλίου στο Κατάρ – που αποτελεί περίπου το ένα τρίτο της παγκόσμιας προσφοράς – απειλεί την παραγωγή μικροτσίπ και τη λειτουργία ιατρικών μηχανημάτων, όπως οι μαγνητικοί τομογράφοι. Οι παγκόσμιες αλυσίδες αξίας, από την αυτοκινητοβιομηχανία έως τα ηλεκτρονικά, βρίσκονται αντιμέτωπες με νέες καθυστερήσεις και αυξημένο κόστος.
Ευρωπαϊκή βαριά βιομηχανία, ήδη τραυματισμένη από το σοκ του 2022, βλέπει ένα δεύτερο κύμα πίεσης στο ενεργειακό κόστος. Χημικές βιομηχανίες αυξάνουν τιμοκαταλόγους ή απειλούν με κλείσιμο μονάδων, ενώ κυβερνήσεις εξετάζουν εκτάκτως νέα μέτρα στήριξης νοικοκυριών και επιχειρήσεων, την ώρα που τα επιτόκια παραμένουν υψηλά και τα δημοσιονομικά περιθώρια στενεύουν.
Αβεβαιότητα, γεωοικονομική αναδιάταξη και το τέλος της «φθηνής παγκοσμιοποίησης»
Οι αντιφατικές δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ – ότι ο πόλεμος έχει ήδη «κερδηθεί», ότι μπορεί να τελειώσει «σύντομα» ή να χρειαστεί να πάει «πιο μακριά» – δημιουργούν, κατά την Barclays, μια «ομίχλη πολέμου» που τροφοδοτεί έντονες διακυμάνσεις στις αγορές. Παρά τη μέχρι στιγμής σχετικά περιορισμένη πτώση των χρηματιστηρίων, σενάρια πετρελαίου άνω των 170 δολαρίων ανά βαρέλι συνδέονται με αυξημένη πιθανότητα παγκόσμιας ύφεσης, με ιδιαίτερο κίνδυνο για Ηνωμένο Βασίλειο, ευρωζώνη και Ιαπωνία.
Σε σύγκριση με τη δεκαετία του 1970, η παγκόσμια οικονομία είναι λιγότερο ενεργοβόρα – η ενεργειακή ένταση έχει μειωθεί σημαντικά – και η διαφοροποίηση προμηθευτών μετά το 2022 προσφέρει κάποια άμυνα, ιδίως στην Ευρώπη. Ωστόσο, η μεγαλύτερη διασύνδεση της παγκόσμιας οικονομίας καθιστά τις διαταραχές πιο διαχυτικές. Η τάση προς «nearshoring» και «friendshoring», δηλαδή τη μεταφορά παραγωγής πιο κοντά ή σε «φιλικές» χώρες, επιταχύνεται, αλλά με κόστος: υψηλότερες μακροπρόθεσμες δαπάνες, επίμονο πληθωρισμό και χαμηλότερη δυνητική ανάπτυξη.
Ορισμένοι οικονομολόγοι προειδοποιούν ότι οι κεντρικές τράπεζες βρίσκονται «στο έλεος του πολέμου», καθώς εξωγενή γεωπολιτικά σοκ περιορίζουν την αποτελεσματικότητα της νομισματικής πολιτικής. Η τρέχουσα κρίση αναδεικνύει πόσο εύθραυστη είναι η αρχιτεκτονική της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας όταν η ενέργεια, τα τρόφιμα και η τεχνολογία εξαρτώνται από λίγες γεωπολιτικά ευαίσθητες περιοχές.
Σχόλιο
: Η σύγκρουση στο Ιράν λειτουργεί ως stress test για ένα οικονομικό μοντέλο που στηρίχθηκε στη φθηνή ενέργεια, στα λεπτά περιθώρια κέρδους και στις just-in-time αλυσίδες. Αν ο αποκλεισμός του Hormuz παραταθεί, η Ευρώπη – ως καθαρός εισαγωγέας ενέργειας – κινδυνεύει περισσότερο από ΗΠΑ και Κίνα, επιταχύνοντας την ανάγκη για ενεργειακή αυτονομία, στρατηγικά αποθέματα και ανασχεδιασμό εφοδιαστικών αλυσίδων. Το διακύβευμα δεν είναι μόνο ο πρόσκαιρος πληθωρισμός, αλλά η αναδιαμόρφωση της παγκόσμιας οικονομικής τάξης σε πιο κατακερματισμένη, λιγότερο αποδοτική, αλλά ίσως πιο ανθεκτική μορφή.
#Ιράν #ΠαγκόσμιαΟικονομία #Ενέργεια #Πετρέλαιο #Πληθωρισμός #ΜέσηΑνατολή






