Ιστορικό ράλι σημειώνει το πετρέλαιο με το WTI να καταγράφει εβδομαδιαία άνοδο άνω του 35% και το Brent να πλησιάζει τα 93 δολάρια. Η κλιμάκωση της σύγκρουσης ΗΠΑ–Ιράν και ο κίνδυνος μπλοκαρίσματος στα Στενά του Ορμούζ τροφοδοτούν φόβους για βαθιά ενεργειακή κρίση.
Σε τροχιά ιστορικού ράλι κινείται η τιμή του πετρελαίου, με την αγορά να τιμολογεί πλέον όχι μόνο τον γεωπολιτικό κίνδυνο, αλλά και μια απτή διαταραχή στην προσφορά. Τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης του αμερικανικού αργού West Texas Intermediate (WTI) εκτινάχθηκαν κατά 12,21% στα 90,90 δολάρια το βαρέλι, ενώ το παγκόσμιο benchmark Brent ενισχύθηκε 7,28% στα 92,69 δολάρια.
Σε εβδομαδιαία βάση, το WTI καταγράφει άνοδο 35,63%, τη μεγαλύτερη από το 1983 – ένα ράλι 43ετίας – ενώ το Brent μετρά κέρδη 28%. Η εκτίναξη των τιμών συμπίπτει με τη νέα κλιμάκωση της έντασης μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν και την προοπτική παράτασης του πολέμου στη Μέση Ανατολή.
Απειλή για τα Στενά του Ορμούζ και παγκόσμια προσφορά
Καταλύτης για την κίνηση των αγορών ήταν η σκληρή γραμμή του Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος δήλωσε ότι «δεν θα υπάρξει συμφωνία με το Ιράν εκτός από παράδοση άνευ όρων». Η κλιμάκωση της σύγκρουσης έχει ήδη επηρεάσει τη ροή ενέργειας στη Μέση Ανατολή, με την κυκλοφορία στα Στενά του Ορμούζ – τη σημαντικότερη θαλάσσια αρτηρία για τις παγκόσμιες εξαγωγές πετρελαίου – να βρίσκεται ουσιαστικά «κολλημένη».
Ο υπουργός Ενέργειας του Κατάρ, Σαάντ αλ Κααμπί, προειδοποίησε ότι οι τιμές του αργού θα μπορούσαν να φτάσουν τα 150 δολάρια το βαρέλι τις επόμενες εβδομάδες, εάν τα δεξαμενόπλοια δεν μπορούν να διέλθουν από τα Στενά. Μια τέτοια εξέλιξη, όπως τόνισε, θα μπορούσε να προκαλέσει «κατάρρευση στις οικονομίες του κόσμου», καθώς οι χώρες του Κόλπου θα υποχρεωθούν να επικαλεστούν λόγους ανωτέρας βίας για τις εξαγωγές τους.
Ήδη το Ιράκ έχει διακόψει παραγωγή 1,5 εκατ. βαρελιών ημερησίως, ενώ το Κουβέιτ προχωρά επίσης σε μειώσεις λόγω εξάντλησης αποθηκευτικών χώρων. Η JP Morgan εκτιμά ότι οι περικοπές παραγωγής μπορεί να προσεγγίσουν τα 6 εκατ. βαρέλια την ημέρα έως το τέλος της επόμενης εβδομάδας, εφόσον δεν αποκατασταθεί η ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ. Η τράπεζα αναμένει επίσης ότι και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα θα αναγκαστούν να περιορίσουν την προσφορά.
Κλιμάκωση στρατιωτικής έντασης και προοπτικές για την οικονομία
Η Νατάσα Κανέβα, επικεφαλής παγκόσμιας έρευνας εμπορευμάτων της JP Morgan, σημειώνει ότι «η αγορά μετατοπίζεται από την τιμολόγηση καθαρού γεωπολιτικού κινδύνου στην αντιμετώπιση της απτής λειτουργικής διαταραχής». Με άλλα λόγια, οι επενδυτές δεν προεξοφλούν πλέον μόνο το ενδεχόμενο κρίσης, αλλά βλέπουν ήδη πραγματική μείωση προσφοράς.
Την ίδια ώρα, από την Ουάσιγκτον εκπέμπεται μήνυμα κλιμάκωσης. Ο υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ, Πιτ Χέγσεθ, δήλωσε ότι οι ΗΠΑ «μόλις άρχισαν να πολεμούν», προειδοποιώντας την Τεχεράνη ότι υποτιμά την αμερικανική αποφασιστικότητα. «Η ποσότητα της μαχητικής ισχύος που εξακολουθεί να ρέει, που εξακολουθεί να έρχεται, που θα μπορούμε να προβάλουμε πάνω από το Ιράν είναι πολλαπλάσια από αυτήν που υπάρχει αυτή τη στιγμή», υπογράμμισε, κάνοντας αναφορά και στη συνδρομή των Ισραηλινών Ενόπλων Δυνάμεων.
Η εκτίναξη του πετρελαίου, σε συνδυασμό με την παράλληλη άνοδο των τιμών φυσικού αερίου, αναζωπυρώνει τους φόβους για νέο πληθωριστικό σοκ διεθνώς. Για εισαγωγικές οικονομίες, όπως η ελληνική, η παρατεταμένη παραμονή των τιμών κοντά ή πάνω από τα 100 δολάρια θα σήμαινε αυξημένο ενεργειακό κόστος για νοικοκυριά και επιχειρήσεις, πίεση στα δημοσιονομικά μέσω επιδοτήσεων και δυσκολότερο έργο για τις κεντρικές τράπεζες που επιχειρούν να σταθεροποιήσουν τις τιμές.
Εάν επαληθευθούν τα σενάρια για τιμές έως 150 δολάρια, η παγκόσμια οικονομία θα βρεθεί αντιμέτωπη με ένα νέο, ιδιότυπο «πετρελαϊκό σοκ», σε μια περίοδο που οι αντοχές μετά την προηγούμενη ενεργειακή κρίση παραμένουν περιορισμένες.
Σχόλιο
: Η αγορά πετρελαίου περνά από το στάδιο του φόβου στο στάδιο της πραγματικής έλλειψης, με τις τιμές να προεξοφλούν ήδη ένα σενάριο παρατεταμένης σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή. Αν δεν αποκατασταθεί άμεσα η ροή μέσω Ορμούζ, η συζήτηση μεταφέρεται από την κερδοσκοπία στο ερώτημα πόσο βαθιά θα είναι η επόμενη παγκόσμια επιβράδυνση.






