Η ΕΛΣΤΑΤ καταγράφει ανησυχητική παγίωση της μακροχρόνιας ανεργίας, ενώ πάνω από 4,2 εκατ. πολίτες μένουν εκτός αγοράς εργασίας. Η αποχή από την εργασία συνδέεται με ηλικιακές, εκπαιδευτικές και διαρθρωτικές στρεβλώσεις της ελληνικής οικονομίας.
Η εικόνα της ελληνικής αγοράς εργασίας στο δ΄ τρίμηνο του 2025 αποκαλύπτει έναν επίμονο, δομικό πυρήνα ανεργίας και μια τεράστια δεξαμενή πολιτών εκτός παραγωγής. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Έρευνας Εργατικού Δυναμικού της ΕΛΣΤΑΤ, το ποσοστό ανεργίας διαμορφώθηκε στο 8,3%, όμως πίσω από τον φαινομενικά «διαχειρίσιμο» δείκτη κρύβονται δύο κρίσιμες πραγματικότητες: έξι στους δέκα ανέργους είναι μακροχρόνια άνεργοι, ενώ 4.250.648 άτομα δηλώνουν ότι βρίσκονται εκτός εργατικού δυναμικού, αριθμός σχεδόν ισοδύναμος με τους απασχολούμενους (4.352.366).
Μακροχρόνια ανεργία, νέοι και γυναίκες στο επίκεντρο
Το 58% των ανέργων αναζητεί εργασία για ένα έτος ή και περισσότερο, γεγονός που υποδηλώνει παγίωση της ανεργίας και διάβρωση δεξιοτήτων. Ο βασικός λόγος που οι σημερινοί άνεργοι σταμάτησαν να εργάζονται είναι ότι η προηγούμενη δουλειά τους ήταν περιορισμένης διάρκειας και έληξε (33,8%), αναδεικνύοντας τον ρόλο της επισφαλούς απασχόλησης.
Ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι ότι το 18,6% των ανέργων δεν έχει εργαστεί ποτέ στο παρελθόν, δηλαδή πρόκειται για νέους ανέργους που δεν έχουν καταφέρει να κάνουν το πρώτο βήμα στην αγορά εργασίας. Τα υψηλότερα ποσοστά ανεργίας καταγράφονται στις ηλικίες 15-19 ετών (19,9%) και 20-24 ετών (17,3%), ενώ ακολουθούν οι 25-29 ετών με 14,7%. Πρόκειται για γενιές που μπαίνουν στην παραγωγική ζωή με αφετηρία την αβεβαιότητα.
Παράλληλα, οι γυναίκες συνεχίζουν να πλήττονται δυσανάλογα: η ανεργία τους φτάνει το 10,8%, έναντι 6,3% για τους άνδρες, επιβεβαιώνοντας τα δομικά εμπόδια συμμετοχής τους στην εργασία (φροντίδα παιδιών και ηλικιωμένων, μερική απασχόληση, χαμηλότερες αμοιβές). Εκπαιδευτικά, το 58% των ανέργων έχει ολοκληρώσει έως δευτεροβάθμια εκπαίδευση, στοιχείο που συνδέεται με χαμηλότερες πιθανότητες πρόσβασης σε καλύτερα αμειβόμενες και σταθερές θέσεις.
Η «σιωπηλή πλειοψηφία» εκτός εργασίας και η Gen Z
Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η εικόνα για τα άτομα εκτός εργατικού δυναμικού, ηλικίας 15-74 ετών. Σχεδόν οι μισοί (46,7%) δεν έχουν εργαστεί ποτέ, ενώ ένα επιπλέον 26,8% έχει να δουλέψει πάνω από οκτώ χρόνια. Από όσους εργάστηκαν την τελευταία οκταετία, το 59,1% σταμάτησε λόγω συνταξιοδότησης και το 19,6% επειδή έληξε η περιορισμένης διάρκειας σύμβαση.
Το πιο ηχηρό εύρημα είναι ότι το 92,7% των ατόμων εκτός εργατικού δυναμικού δηλώνουν ότι δεν θέλουν να εργαστούν. Μόλις το 1% αναζητεί εργασία αλλά δεν είναι άμεσα διαθέσιμο, ενώ το 3,2% είναι διαθέσιμο αλλά δεν αναζητεί. Στην ομάδα αυτών που δεν αναζητούν εργασία περιλαμβάνονται πολλά μέλη της Gen Z, τα οποία είτε σπουδάζουν είτε παραμένουν στο οικογενειακό σπίτι, αποφεύγοντας τη δημιουργία αυτόνομου νοικοκυριού λόγω χαμηλών μισθών και του έντονου στεγαστικού προβλήματος.
Γεωγραφικά, τα υψηλότερα ποσοστά ανεργίας εντοπίζονται στη Δυτική και την Κεντρική Μακεδονία, ενώ τα Ιόνια Νησιά εμφανίζουν τη χαμηλότερη ανεργία, αντανακλώντας και την επίδραση του τουρισμού.
Διαρθρωτικές στρεβλώσεις και πρόκληση δεξιοτήτων
Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ δείχνουν ότι τα περιθώρια περαιτέρω μείωσης της ανεργίας στενεύουν, όσο η οικονομία προσκρούει στον σκληρό πυρήνα της διαρθρωτικής ανεργίας: αναντιστοιχία ανάμεσα στις δεξιότητες που προσφέρει το εκπαιδευτικό σύστημα και στις ανάγκες των επιχειρήσεων, γεωγραφική ανισοκατανομή ευκαιριών, χαμηλή κινητικότητα εργατικού δυναμικού.
Η μετάβαση στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης καθιστά επιτακτική την αναβάθμιση δεξιοτήτων με έμφαση στις ψηφιακές, πράσινες και τεχνικές ειδικότητες. Η μεταρρύθμιση της επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης, η ουσιαστική επανακατάρτιση των ανέργων και η στενή διασύνδεση όλων των βαθμίδων εκπαίδευσης με τις παραγωγικές δομές της χώρας αποτελούν πλέον όχι απλώς αναπτυξιακή επιλογή, αλλά προϋπόθεση κοινωνικής συνοχής.
Σχόλιο
: Η στατιστική μείωση της ανεργίας χάνει το νόημά της όταν συνοδεύεται από 58% μακροχρόνια ανέργους και πάνω από 4,2 εκατ. πολίτες εκτός αγοράς εργασίας, εκ των οποίων η συντριπτική πλειονότητα δηλώνει ότι δεν θέλει να δουλέψει. Χωρίς επιθετικές πολιτικές ενεργητικής απασχόλησης, στοχευμένης κατάρτισης και ουσιαστικής αντιμετώπισης του στεγαστικού και των χαμηλών μισθών, η Ελλάδα κινδυνεύει να παγιώσει ένα μοντέλο οικονομίας με περιορισμένη παραγωγική βάση και ολόκληρες γενιές εγκλωβισμένες στην αδράνεια.






