Ισχυρή άνοδος τζίρου και τιμών κατέγραψε ο κλάδος των σούπερ μάρκετ τον Ιανουάριο, με snacks και αναψυκτικά στην κορυφή των ανατιμήσεων. Την ίδια ώρα, τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας κερδίζουν συνεχώς έδαφος εις βάρος των επωνύμων.
Με ισχυρή δυναμική ξεκίνησε το 2026 για την οργανωμένη λιανική τροφίμων, καθώς ο τζίρος των σούπερ μάρκετ τον Ιανουάριο ανήλθε σε 1,044 δισ. ευρώ, αυξημένος κατά 8% σε σχέση με τα 966 εκατ. ευρώ του Ιανουαρίου 2025. Η επίδοση αυτή δεν οφείλεται μόνο στις ανατιμήσεις, αλλά και σε ουσιαστική ενίσχυση του όγκου πωλήσεων, επιβεβαιώνοντας ότι η κατανάλωση παραμένει ανθεκτική παρά την ακρίβεια.
Οι κατηγορίες με το μεγαλύτερο βάρος στις αυξήσεις
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Circana, το μέσο κόστος ανά μονάδα προϊόντος αυξήθηκε 2,4% στις αρχές του 2026, από 1,7% πέρυσι, ενώ το 2024 είχε καταγραφεί ακόμη και οριακή πτώση (-0,2%). Ταυτόχρονα, ο όγκος πωλήσεων ενισχύθηκε 4,6%, έναντι 3,7% το 2025 και 3,2% το 2024, δείχνοντας ότι τα νοικοκυριά αγοράζουν περισσότερα, έστω και σε υψηλότερες τιμές.
«Πρωταθλητής» των ανατιμήσεων αναδεικνύεται η κατηγορία των snacks, με άνοδο τιμών 7,9%. Ακολουθούν τα μη αλκοολούχα ποτά (+6,6%), εξέλιξη που επιβαρύνει άμεσα το καλάθι της καθημερινότητας, καθώς περιλαμβάνει αναψυκτικά, εμφιαλωμένα νερά και ενεργειακά ποτά.
Πιο ήπιες αλλά υπαρκτές αυξήσεις καταγράφονται στα κατεψυγμένα (+1,4%) και στα τυποποιημένα τρόφιμα (+2,4%), όπως ζυμαρικά, κονσέρβες και έτοιμα γεύματα. Στα γαλακτοκομικά, μια από τις πιο ευαίσθητες κοινωνικά κατηγορίες, η άνοδος περιορίζεται στο 0,9%, ενώ στα αλκοολούχα ποτά οι τιμές αυξήθηκαν κατά 2,6%.
Πίεση στα επώνυμα, άνοδος στα private label
Στα μη τρόφιμα, η εικόνα είναι πιο μεικτή. Τα προϊόντα προσωπικής φροντίδας και ομορφιάς σημειώνουν μικρή αύξηση τιμών (+0,8%), ενώ στις κατηγορίες προσωπικής υγιεινής και στα καθαριστικά καταγράφονται οριακές μειώσεις (-0,5%). Παρόμοια, στα λοιπά προϊόντα για το σπίτι η μεταβολή είναι επίσης αρνητική (-0,1%), υποδηλώνοντας έντονο ανταγωνισμό τιμών μεταξύ προμηθευτών και λιανεμπόρων.
Καθοριστική τάση για την αγορά αποτελεί η περαιτέρω ενίσχυση των προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας, τα οποία αύξησαν τις πωλήσεις τους κατά 9,6%, πολύ ταχύτερα από τα επώνυμα προϊόντα που κινήθηκαν στο +6,2%. Ως αποτέλεσμα, το μερίδιο των private label ανήλθε στο 27,1%, επιβεβαιώνοντας ότι τα νοικοκυριά στρέφονται ολοένα και περισσότερο σε φθηνότερες εναλλακτικές για να συγκρατήσουν το κόστος του καλαθιού.
Σε επίπεδο δικτύου, τα υπερμάρκετ κατέγραψαν την καλύτερη επίδοση, με αύξηση πωλήσεων 8,8%, στοιχείο που συνδέεται με την προτίμηση των καταναλωτών για μεγαλύτερες, πιο οργανωμένες αγορές με αξιοποίηση προσφορών και προγραμμάτων πιστότητας.
Περιφερειακές διαφοροποιήσεις και στασιμότητα στο online
Γεωγραφικά, οι υψηλότεροι ρυθμοί ανάπτυξης πωλήσεων εμφανίζονται σε Πελοπόννησο (+8,2%), Κεντρική Ελλάδα (+7,9%) και Αττική (+7,3%), ενώ στην υπόλοιπη χώρα η άνοδος είναι χαμηλότερη αλλά παραμένει θετική. Η εικόνα αυτή αντανακλά τόσο τις διαφορετικές εισοδηματικές δυναμικές όσο και τη συγκέντρωση μεγάλων δικτύων λιανικής στα αστικά κέντρα.
Αντίθετα, ο κλάδος των online σούπερ μάρκετ δείχνει σημάδια ωρίμανσης. Ο κύκλος εργασιών τον Ιανουάριο διαμορφώθηκε στα 28 εκατ. ευρώ, ουσιαστικά αμετάβλητος σε σχέση με πέρυσι. Οι παραγγελίες μειώθηκαν κατά 4%, όμως η μέση αξία καλαθιού αυξήθηκε 4% και ο μέσος αριθμός προϊόντων ανά παραγγελία κατά 3%, δείχνοντας ότι όσοι παραμένουν στο κανάλι κάνουν μεγαλύτερες και πιο στοχευμένες αγορές.
Σχόλιο
: Τα στοιχεία της Circana δείχνουν πως η ακρίβεια στα σούπερ μάρκετ δεν είναι μόνο θέμα τιμών αλλά και αλλαγής συμπεριφοράς: τα νοικοκυριά στρέφονται σε private label, «φορτώνουν» τα καρότσια στα υπερμάρκετ και χρησιμοποιούν το online κανάλι πιο επιλεκτικά. Για την κυβέρνηση και τις ρυθμιστικές αρχές, η εικόνα αυτή καθιστά κρίσιμη την παρακολούθηση πρακτικών όπως το shrinkflation και την ενίσχυση της διαφάνειας στις αλυσίδες εφοδιασμού, ώστε η ενισχυμένη κατανάλωση να μην μεταφράζεται απλώς σε υψηλότερα περιθώρια κέρδους.
#σουπερμαρκετ #ανατιμήσεις #πληθωρισμός #λιανεμπόριο #ιδιωτικήΕτικέτα






