Η κυβέρνηση ανακοινώνει την έκτη διαδοχική αύξηση του κατώτατου μισθού, στα 920 ευρώ από 1η Απριλίου. Οι επιπτώσεις επεκτείνονται σε τριετίες, δημόσιο και επιδόματα.
Σε μια κίνηση με ισχυρό οικονομικό αλλά και πολιτικό αποτύπωμα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης ανακοίνωσε στο Υπουργικό Συμβούλιο νέα αύξηση του κατώτατου μισθού από την 1η Απριλίου στα 920 ευρώ μικτά. Πρόκειται για την έκτη κατά σειρά αναπροσαρμογή από το 2019, με τον πρωθυπουργό να κάνει λόγο για σωρευτική άνοδο 41,5% σε σχέση με το επίπεδο που παρέλαβε η σημερινή κυβέρνηση.
Η αύξηση μεταφράζεται σε επιπλέον 40 ευρώ τον μήνα σε σχέση με πέρυσι, ποσό που αντιστοιχεί περίπου σε μισό επιπλέον μισθό ετησίως. Σε ετήσια βάση το πρόσθετο όφελος υπολογίζεται πάνω από 3.780 ευρώ για τους εργαζόμενους που αμείβονται με τον κατώτατο.
Αλυσιδωτές επιδράσεις σε τριετίες, Δημόσιο και επιδόματα
Ο πρωθυπουργός υπογράμμισε ότι η παρέμβαση δεν εξαντλείται στον κατώτατο μισθό. «Η νέα αύξηση δεν περιορίζεται στον κατώτατο μισθό, αλλά επηρεάζει ανοδικά και τις τριετίες, τα μισθολογικά κλιμάκια στο Δημόσιο και τα επιδόματα», ανέφερε χαρακτηριστικά, περιγράφοντας ένα ευρύτερο φάσμα ωφελουμένων.
Η σύνδεση του κατώτατου μισθού με μια σειρά παροχών και μισθολογικών κλιμάκων σημαίνει ότι η αναπροσαρμογή θα συμπαρασύρει προς τα πάνω αποδοχές εργαζομένων με προϋπηρεσία, δημοσίων υπαλλήλων, αλλά και δικαιούχων επιδομάτων που υπολογίζονται βάσει κατώτατου. Το υπουργείο Εργασίας έχει προγραμματίσει αναλυτική συνέντευξη Τύπου στις 15:00, προκειμένου να παρουσιαστούν συγκεκριμένα παραδείγματα εφαρμογής και να αποσαφηνιστούν οι τεχνικές λεπτομέρειες.
Στόχος για το 2027: μέσος μισθός 1.500 ευρώ
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης συνέδεσε τη σημερινή απόφαση με έναν ευρύτερο οδικό χάρτη για τα εισοδήματα έως το 2027. Όπως είπε, στόχος της κυβέρνησης είναι ο μέσος μισθός να φτάσει τα 1.500 ευρώ, ενώ ο βασικός μισθός να διαμορφωθεί στα 950 ευρώ. Επανέλαβε παράλληλα ότι στην Ελλάδα «οι αυξήσεις και οι φοροελαφρύνσεις θα είναι μόνιμες και επαναλαμβανόμενες», επιχειρώντας να στείλει μήνυμα σταθερότητας και προβλεψιμότητας προς εργαζόμενους και επιχειρήσεις.
Η επιλογή της κυβέρνησης να συνεχίσει τις αυξήσεις σε μια περίοδο διεθνούς αβεβαιότητας, με γεωπολιτικές εντάσεις και πληθωριστικές πιέσεις, εντάσσεται στην προσπάθεια να ενισχυθεί το διαθέσιμο εισόδημα και να στηριχθεί η εσωτερική ζήτηση. Την ίδια στιγμή, όμως, ανοίγει και τη συζήτηση για το πώς οι επιχειρήσεις, ιδίως οι μικρομεσαίες, θα απορροφήσουν το αυξημένο μισθολογικό κόστος.
Μήνυμα εσωτερικής σταθερότητας σε ταραγμένη συγκυρία
Πέρα από την οικονομική διάσταση, ο πρωθυπουργός έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στη θεσμική και πολιτική σταθερότητα. «Σε τόσο σύνθετη συγκυρία την εθνική ισχύ που εκπέμπεται και πέραν των συνόρων μας οφείλει να την σφυρηλατεί η εσωτερική σταθερότητα και ενότητα. Η δύναμη να ξεχωρίζουμε τα μεγάλα και τα σοβαρά ενός κόσμου που αλλάζει, από τα μικρά και ασήμαντα του κομματικού μας μικρόκοσμου», σημείωσε, επιχειρώντας να τοποθετήσει την αύξηση του κατώτατου μισθού στο πλαίσιο μιας ευρύτερης στρατηγικής για την πορεία της χώρας.
Το επόμενο διάστημα, το ενδιαφέρον στρέφεται στα αναλυτικά στοιχεία που θα παρουσιάσει το υπουργείο Εργασίας, αλλά και στις αντιδράσεις εργοδοτικών οργανώσεων και συνδικάτων, που θα καθορίσουν τον τόνο της δημόσιας συζήτησης γύρω από την ανταγωνιστικότητα, την παραγωγικότητα και τη δίκαιη κατανομή του παραγόμενου πλούτου.
Σχόλιο
: Η αύξηση στα 920 ευρώ ενισχύει πραγματικά χαμηλά εισοδήματα, αλλά δοκιμάζει ταυτόχρονα τα περιθώρια αντοχής των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Η κυβέρνηση ποντάρει ότι η ενίσχυση της κατανάλωσης θα αντισταθμίσει το αυξημένο μισθολογικό κόστος, όμως χωρίς παράλληλες παρεμβάσεις στην παραγωγικότητα, στην εκπαίδευση και στη μείωση της αδήλωτης εργασίας, ο στόχος για μέσο μισθό 1.500 ευρώ το 2027 θα παραμείνει φιλόδοξος και δύσκολα επιτεύξιμος.






