Ο Ιανουάριος βρήκε τα επιτόκια καταθέσεων σχεδόν στάσιμα, ενώ το κόστος νέου δανεισμού αυξάνεται αισθητά. Η «ψαλίδα» διευρύνεται, επιβαρύνοντας νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Τα τελευταία στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος για τον Ιανουάριο 2026 επιβεβαιώνουν μια τάση που ανησυχεί νοικοκυριά και επιχειρήσεις: τα επιτόκια καταθέσεων παραμένουν ουσιαστικά καθηλωμένα, ενώ το κόστος του νέου δανεισμού κινείται ανοδικά. Το μέσο σταθμισμένο επιτόκιο των νέων καταθέσεων διαμορφώθηκε μόλις στο 0,32%, την ώρα που το αντίστοιχο επιτόκιο των νέων δανείων ανέβηκε στο 4,67%.
Καταθέσεις: χαμηλές αποδόσεις παρά το υψηλό κόστος χρήματος
Στο σκέλος των καταθέσεων, η εικόνα είναι σχεδόν στάσιμη. Τα μέσα επιτόκια καταθέσεων μίας ημέρας από νοικοκυριά και επιχειρήσεις παρέμειναν στο 0,03% και 0,10% αντίστοιχα, επίπεδα που πρακτικά μηδενίζουν την απόδοση της ρευστότητας. Μικρή μόνο βελτίωση καταγράφεται στις προθεσμιακές καταθέσεις έως 1 έτος για τα νοικοκυριά, όπου το επιτόκιο αυξήθηκε κατά 5 μονάδες βάσης, στο 1,14%. Για τις επιχειρήσεις, τα αντίστοιχα επιτόκια έμειναν αμετάβλητα στο 1,72%.
Στα υφιστάμενα υπόλοιπα, το μέσο επιτόκιο όλων των καταθέσεων διατηρήθηκε στο 0,31%. Οι προθεσμιακές έως 2 έτη για νοικοκυριά κινούνται στο 1,15%, ενώ για τις επιχειρήσεις στο 1,70%. Με δεδομένο ότι ο γενικός πληθωρισμός αλλά και μια σειρά τιμών υπηρεσιών παραμένουν σημαντικά υψηλότερα από αυτά τα επίπεδα, οι πραγματικές αποδόσεις των αποταμιεύσεων παραμένουν αρνητικές, διαβρώνοντας σταδιακά την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών.
Νέος δανεισμός: αύξηση κόστους για κατανάλωση και επιχειρήσεις
Αντίθετα, το μέσο σταθμισμένο επιτόκιο των νέων δανείων προς νοικοκυριά και επιχειρήσεις αυξήθηκε αισθητά, κατά 46 μονάδες βάσης, φτάνοντας στο 4,67%. Ιδιαίτερα επιβαρυντικά είναι τα δεδομένα στα καταναλωτικά δάνεια χωρίς καθορισμένη διάρκεια –πιστωτικές κάρτες, ανοικτά δάνεια, υπεραναλήψεις– όπου το επιτόκιο ανέβηκε στο 14,72%. Στα καταναλωτικά με συγκεκριμένη διάρκεια και κυμαινόμενο επιτόκιο, το κόστος δανεισμού εκτοξεύθηκε στο 11,21%.
Στα στεγαστικά δάνεια με κυμαινόμενο επιτόκιο, καταγράφεται οριακή αποκλιμάκωση, στο 3,41% από 3,44%, χωρίς ωστόσο να αλλάζει ουσιαστικά η επιβάρυνση για τους δανειολήπτες. Στον επιχειρηματικό δανεισμό, τα δάνεια χωρίς καθορισμένη διάρκεια κινούνται στο 4,50%, ενώ τα επαγγελματικά δάνεια αυξήθηκαν στο 6,84%. Τα νέα επιχειρηματικά δάνεια με συγκεκριμένη διάρκεια και κυμαινόμενο επιτόκιο έφτασαν το 4,11%, με μια ενδιαφέρουσα διαφοροποίηση: στα δάνεια τακτής λήξης προς μικρομεσαίες επιχειρήσεις το επιτόκιο μειώθηκε στο 4,10%, ένδειξη στοχευμένης τιμολόγησης προς τον κορμό της πραγματικής οικονομίας.
Η διάρθρωση ανά μέγεθος δανείου δείχνει ότι τα μικρότερα ποσά έως 250.000 ευρώ τιμολογούνται ακριβότερα (4,78%), έναντι 4,16% για δάνεια από 250.001 έως 1 εκατ. ευρώ, ενώ για δάνεια άνω του 1 εκατ. ευρώ το επιτόκιο διαμορφώνεται στο 4,04%. Στα υφιστάμενα υπόλοιπα, το μέσο επιτόκιο δανείων παραμένει στο 4,60%, με τα στεγαστικά άνω της πενταετίας στο 3,60% και τα επιχειρηματικά άνω της πενταετίας στο 4,12%.
Σχόλιο
: Η επιμονή των τραπεζών σε πολύ χαμηλά επιτόκια καταθέσεων, την ώρα που ο νέος δανεισμός ακριβαίνει, εντείνει το αίσθημα ασυμμετρίας στην κοινωνία και πιέζει τις επενδύσεις. Η οριακή μείωση του κόστους για ΜΜΕ είναι θετική αλλά ανεπαρκής· χωρίς πιο ουσιαστική μετακύλιση της νομισματικής χαλάρωσης στους καταθέτες και στους υγιείς δανειολήπτες, η χρηματοδότηση της ανάπτυξης θα παραμείνει ακριβή και άνιση.






