Η επιδότηση των 20 λεπτών στο πετρέλαιο κίνησης λειτουργεί ως στοχευμένη ανάσχεση του ενεργειακού κόστους. Επηρεάζει άμεσα μεταφορές, ταξί, logistics και τελικές τιμές καταναλωτή.
Η κυβέρνηση ενεργοποιεί από την 1η Απριλίου 2026 μια στοχευμένη παρέμβαση στο πετρέλαιο κίνησης, επιδοτώντας την τιμή του κατά 16 λεπτά προ ΦΠΑ – δηλαδή περίπου 20 λεπτά στην αντλία. Το μέτρο, που ανακοίνωσαν ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης και ο υφυπουργός Οικονομικών Θάνος Πετραλιάς, στοχεύει να περιορίσει τη μετάδοση της ανόδου του πετρελαίου σε όλη την οικονομία, σε μια περίοδο έντονης γεωπολιτικής αβεβαιότητας.
Το ντίζελ ως «αγωγός» του κόστους στην οικονομία
Σε αντίθεση με τη βενζίνη, που αφορά κυρίως ιδιωτική κατανάλωση, το ντίζελ είναι το καύσιμο της παραγωγής και των μεταφορών. Φορτηγά, νταλίκες, logistics, ταξί, υπεραστικά και τουριστικά λεωφορεία, αγροτικά μηχανήματα και μεγάλο μέρος της βιομηχανικής δραστηριότητας εξαρτώνται από αυτό. Κάθε μεταβολή στην τιμή του διαχέεται σε όλη την αλυσίδα αξίας, από το χωράφι και το εργοστάσιο μέχρι το ράφι του σούπερ μάρκετ.
Η επιδότηση εφαρμόζεται οριζόντια, χωρίς εισοδηματικά κριτήρια, και ενσωματώνεται απευθείας στην τελική τιμή πώλησης. Ο καταναλωτής βλέπει μικρότερη τιμή στην αντλία χωρίς να χρειάζεται αίτηση ή ξεχωριστό επίδομα. Με δεδομένη τρέχουσα τιμή γύρω στα 2,025 ευρώ/λίτρο, η επιδότηση ρίχνει το κόστος κοντά στα 1,825 ευρώ/λίτρο.
Για έναν επαγγελματία μεταφορέα που καταναλώνει 1.000 λίτρα τον μήνα, το όφελος φτάνει περίπου τα 200 ευρώ. Σε στόλους φορτηγών ή μεγάλες εταιρείες logistics, το όφελος αυτό κλιμακώνεται σημαντικά, μειώνοντας το κόστος ανά διαδρομή και ανά μονάδα προϊόντος.
Μεταφορές, ταξί και καταναλωτής: η αλυσίδα του οφέλους
Η πρώτη και άμεση επίδραση του μέτρου αφορά το λειτουργικό κόστος μεταφορών και επιβατικών υπηρεσιών. Τα ταξί, τα υπεραστικά και τα τουριστικά λεωφορεία, που σε μεγάλο βαθμό κινούνται με ντίζελ, βλέπουν μείωση του ημερήσιου κόστους καυσίμου, γεγονός που διευκολύνει τη συγκράτηση ναύλων και εισιτηρίων.
Στη συνέχεια, το μειωμένο κόστος καυσίμου περνά στις επιχειρήσεις λιανικής και τη βιομηχανία μέσω χαμηλότερων χρεώσεων μεταφοράς πρώτων υλών και τελικών προϊόντων. Αυτό λειτουργεί ως «φρένο» σε νέες ανατιμήσεις, ειδικά σε βασικά αγαθά. Παράλληλα, ιδιώτες οδηγοί με Ι.Χ. ντίζελ επωφελούνται άμεσα από τη χαμηλότερη τιμή στην αντλία και επιπλέον μπορούν να αξιοποιήσουν το Fuel Pass, που καλύπτει περίπου το 75% των οδηγών για βενζίνη και πετρέλαιο κίνησης.
Το μέτρο ισχύει αρχικά για τον Απρίλιο, με κόστος περίπου 51 εκατ. ευρώ, και δυνατότητα παράτασης στον Μάιο, οπότε το συνολικό δημοσιονομικό αποτύπωμα για το δίμηνο μπορεί να φτάσει τα 106 εκατ. ευρώ. Για τον Μάιο, λόγω αυξημένης ζήτησης από τουρισμό και μεταφορές, το κόστος υπολογίζεται σε 54 εκατ. ευρώ.
Γιατί επιλέχθηκε επιδότηση αντί μείωσης φόρου
Κατά τη Συνέντευξη Τύπου, διευκρινίστηκε ότι ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης στο ντίζελ είναι 41 λεπτά/λίτρο και θα μπορούσε θεσμικά να μειωθεί έως τα 33 λεπτά, δηλαδή κατά 8 λεπτά. Ωστόσο, με το ίδιο δημοσιονομικό κόστος, η απευθείας επιδότηση επιτυγχάνει περίπου 20 λεπτά μείωση στην αντλία, άρα σαφώς μεγαλύτερη ανακούφιση.
Επιπλέον, η επιδότηση είναι εργαλείο ευέλικτο: μπορεί να προσαρμόζεται ή να παρατείνεται ανάλογα με την πορεία των διεθνών τιμών, χωρίς να δημιουργεί μόνιμη τρύπα στα φορολογικά έσοδα, όπως θα συνέβαινε με δομική μείωση φόρου. Έτσι, το ντίζελ λειτουργεί ως «διπλός μοχλός» πολιτικής: αφενός μειώνει άμεσα το λειτουργικό κόστος επιχειρήσεων και επαγγελματιών, αφετέρου περιορίζει τη διάχυση του ενεργειακού κόστους στην υπόλοιπη οικονομία, άρα και τις πληθωριστικές πιέσεις.
Σχόλιο
: Η επιλογή της οριζόντιας επιδότησης στο ντίζελ δείχνει ότι η κυβέρνηση επενδύει σε ένα γρήγορο, τεχνικά απλό και μακροοικονομικά αποτελεσματικό εργαλείο για να συγκρατήσει τον «πυρήνα» του κόστους – τις μεταφορές. Ωστόσο, η πραγματική επιτυχία του μέτρου θα κριθεί από το κατά πόσο οι επιχειρήσεις θα περάσουν πράγματι τη μείωση κόστους στις τελικές τιμές και από τη διάρκεια της διεθνούς ενεργειακής πίεσης. Αν οι τιμές πετρελαίου παραμείνουν υψηλές, η κυβέρνηση θα βρεθεί μπροστά στο δίλημμα μεταξύ παράτασης της επιδότησης με δημοσιονομικό κόστος ή επιστροφής σε πλήρως ελεύθερες τιμές με αυξημένο πληθωριστικό ρίσκο.






