Η Optima bank κλείνει το 2025 με εκρηκτική επέκταση σε δάνεια και καταθέσεις και κερδοφορία που σπάει ρεκόρ. Ταυτόχρονα, ενισχύει κεφάλαια και παρουσία στην περιφέρεια, επιβεβαιώνοντας τον ρόλο της ως ταχύτερα αναπτυσσόμενης τράπεζας στην Ευρώπη.
Το 2025 εξελίχθηκε σε ορόσημο για την Optima bank, η οποία καταγράφει εντυπωσιακή κερδοφορία και επιτάχυνση της πιστωτικής επέκτασης, εδραιώνοντας τη φήμη της ως την ταχύτερα αναπτυσσόμενη τράπεζα στην Ευρώπη για έκτη συνεχόμενη χρονιά. Τα καθαρά κέρδη μετά από φόρους ανήλθαν σε 170 εκατ. ευρώ, αυξημένα κατά 21% σε σχέση με το 2024, ενώ το τέταρτο τρίμηνο σημείωσε ιστορικό ρεκόρ με κέρδη 46,7 εκατ. ευρώ, ενισχυμένα κατά 46% σε ετήσια βάση.
Ισχυρή πιστωτική επέκταση και άνοδος καταθέσεων
Η εμπορική δυναμική της τράπεζας αποτυπώνεται καθαρά στα βασικά μεγέθη του ισολογισμού. Οι νέες εκταμιεύσεις δανείων το 2025 έφτασαν τα 3,7 δισ. ευρώ, σημειώνοντας αύξηση 31% σε σχέση με το 2024. Ως αποτέλεσμα, τα καθαρά δανειακά υπόλοιπα εκτινάχθηκαν στα 5,1 δισ. ευρώ από 3,7 δισ. ευρώ, καταγράφοντας άνοδο 40%. Τα στοιχεία αυτά υπογραμμίζουν τον ενισχυμένο ρόλο της Optima bank στη χρηματοδότηση της ελληνικής οικονομίας, σε μια περίοδο όπου η πρόσβαση σε κεφάλαια παραμένει κρίσιμος παράγοντας για τις επενδύσεις.
Αντίστοιχα δυναμική είναι η εικόνα και στην πλευρά των καταθέσεων. Τα υπόλοιπα καταθέσεων ανήλθαν σε 6,3 δισ. ευρώ από 4,6 δισ. ευρώ, αυξημένα κατά 36%, γεγονός που αντανακλά την εντεινόμενη εμπιστοσύνη ιδιωτών και επιχειρήσεων προς την τράπεζα. Το σύνολο του ενεργητικού ανήλθε στα 7,6 δισ. ευρώ από 5,5 δισ. ευρώ, επίσης με άνοδο 36% σε ετήσια βάση, επιβεβαιώνοντας την κλιμάκωση του μεγέθους και του αποτυπώματος της τράπεζας στο εγχώριο τραπεζικό σύστημα.
Αποδοτικότητα, ποιότητα χαρτοφυλακίου και στρατηγικές κινήσεις
Πέρα από την ποσοτική ανάπτυξη, ιδιαίτερη σημασία έχει η ποιότητα και η αποδοτικότητα του επιχειρηματικού μοντέλου. Η απόδοση ενσώματων ιδίων κεφαλαίων (RoTE) διατηρήθηκε στο εξαιρετικά υψηλό 25,3%, επίπεδο που ξεχωρίζει στην ελληνική αγορά και συγκαταλέγεται στα υψηλότερα της Ευρώπης. Ο δείκτης κόστους προς βασικά έσοδα (C:CI) υποχώρησε περαιτέρω στο 24,5% από 25,6%, επιβεβαιώνοντας ότι η τράπεζα λειτουργεί με μία από τις πιο αποδοτικές δομές κόστους στην ήπειρο.
Κομβικό στοιχείο αποτελεί και η ποιότητα του δανειακού χαρτοφυλακίου. Ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων (NPE) διαμορφώθηκε στο 1,3%, το χαμηλότερο ποσοστό στην ελληνική αγορά, στοιχείο που μειώνει τον πιστωτικό κίνδυνο και ενισχύει τη βιωσιμότητα της ανάπτυξης. Παράλληλα, ο δείκτης ικανοποίησης πελατών (Net Promoter Score – NPS) έφτασε στο εντυπωσιακό 87,6, επιβεβαιώνοντας τη σταθερή σχέση εμπιστοσύνης με το πελατολόγιο.
Το 2025 συνοδεύτηκε και από στοχευμένες στρατηγικές κινήσεις. Η λειτουργία νέου καταστήματος στην Κομοτηνή ενισχύει την παρουσία στην περιφέρεια, ενώ η πρώτη έκδοση ομολόγου Tier II ύψους 150 εκατ. ευρώ σημείωσε εντυπωσιακή επιτυχία, με υπερκάλυψη πάνω από 11 φορές – τη μεγαλύτερη για τραπεζικό ομόλογο στην Ευρώπη το 2025. Η εξέλιξη αυτή στέλνει σαφές μήνυμα εμπιστοσύνης από τη διεθνή επενδυτική κοινότητα προς τη στρατηγική και τις προοπτικές της τράπεζας.
Ο πρόεδρος της Optima bank, κ. Γεώργιος Τανισκίδης, τόνισε ότι η υπέρβαση των 170 εκατ. ευρώ σε καθαρή κερδοφορία, με άνοδο άνω του 21% σε περιβάλλον φθινόντων επιτοκίων, αναδεικνύει τη σταθερή δυναμική, την κεφαλαιακή ισχύ και τη συμβολή της τράπεζας στην ελληνική οικονομία. Ο διευθύνων σύμβουλος, κ. Δημήτρης Κυπαρίσσης, υπογράμμισε ότι η πειθαρχημένη ανάπτυξη σε όλα τα βασικά μεγέθη, η κορυφαία λειτουργική αποδοτικότητα και η υπεύθυνη τραπεζική αποτελούν τη βάση για συνέχιση της δημιουργίας αξίας για πελάτες και μετόχους.
Σχόλιο
: Η Optima bank παγιώνει προφίλ «outperformer» στο ελληνικό banking, συνδυάζοντας ταχεία πιστωτική επέκταση, υψηλή αποδοτικότητα και εξαιρετικά χαμηλό ρίσκο. Η υπερκάλυψη του Tier II ομολόγου λειτουργεί ως ψήφος εμπιστοσύνης από τους διεθνείς επενδυτές, ενώ η συγκράτηση των NPE σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα μειώνει την πιθανότητα μελλοντικών κραδασμών. Το στοίχημα πλέον είναι αν η τράπεζα θα μπορέσει να διατηρήσει αυτούς τους ρυθμούς σε ένα περιβάλλον σταδιακής ομαλοποίησης των επιτοκίων και αυξημένου ανταγωνισμού για ποιοτική πίστη.






