Η πολεμική σύγκρουση με το Ιράν αποσταθεροποιεί τις παγκόσμιες ροές LNG, αφήνοντας τη Βρετανία με αποθέματα φυσικού αερίου κάτω των δύο ημερών.
Η ενεργειακή ασφάλεια της Μεγάλης Βρετανίας δοκιμάζεται εκ νέου, καθώς τα αποθέματα φυσικού αερίου στη χώρα έχουν υποχωρήσει σε επίπεδα που αντιστοιχούν σε λιγότερο από δύο ημέρες κατανάλωσης, την ώρα που ο πόλεμος με το Ιράν διαταράσσει τις παγκόσμιες θαλάσσιες ροές υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG).
Περιορισμένα αποθέματα, αυξημένοι γεωπολιτικοί κίνδυνοι
Σύμφωνα με τα στοιχεία της National Gas, διαχειρίστριας του εθνικού συστήματος μεταφοράς φυσικού αερίου, τα αποθηκευμένα αποθέματα το Σάββατο ανήλθαν σε 6.999 GWh, έναντι 9.105 GWh την αντίστοιχη περσινή περίοδο. Η μέγιστη θεωρητική χωρητικότητα αντιστοιχεί μόλις σε περίπου 12 ημέρες κατανάλωσης, γεγονός που καταδεικνύει τη δομική αδυναμία του βρετανικού μοντέλου χαμηλής αποθήκευσης.
Η σύγκρουση ΗΠΑ–Ισραήλ με το Ιράν έχει προκαλέσει σοβαρή αναστάτωση στις θαλάσσιες μεταφορές ενέργειας. Η ουσιαστική παρεμπόδιση της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ –από όπου διέρχεται περίπου το ένα πέμπτο των παγκόσμιων θαλάσσιων φορτίων φυσικού αερίου– και η διακοπή παραγωγής στο μεγαλύτερο εργοστάσιο LNG του Κατάρ μετά από επίθεση με drone, έχουν εκτινάξει τις τιμές και ανακατευθύνει φορτία.
Τουλάχιστον δύο δεξαμενόπλοια LNG έχουν αλλάξει πορεία στον Ατλαντικό, εγκαταλείποντας προορισμούς στην Ευρώπη για να κατευθυνθούν προς ασιατικές αγορές, μετά από τρεις αντίστοιχες εκτροπές την προηγούμενη εβδομάδα. Οι ασιατικές τιμές LNG εκτοξεύθηκαν, ενώ στη Βρετανία η τιμή του φυσικού αερίου παράδοσης επόμενου μήνα ανέβηκε στις 137 πένες ανά θερμική μονάδα, από 78,5 πένες πριν την έναρξη του πολέμου.
Διαβεβαιώσεις National Gas και το «βρετανικό μοντέλο» ασφάλειας
Παρά τον θόρυβο γύρω από τα χαμηλά αποθέματα, η National Gas επιχειρεί να καθησυχάσει, υποστηρίζοντας ότι τα επίπεδα αποθήκευσης είναι «σε γενικές γραμμές ευθυγραμμισμένα» με την εποχική εικόνα και συγκρίσιμα με πέρυσι. Όπως τονίζει, η αποθήκευση αποτελεί μόνο μικρό τμήμα του βρετανικού ενεργειακού μίγματος, με το μεγαλύτερο μέρος του αερίου να προέρχεται από την υφαλοκρηπίδα του Ηνωμένου Βασιλείου και τη Νορβηγία, συμπληρωματικά με LNG, διασυνδέσεις με την ηπειρωτική Ευρώπη και αποθήκες σε αλατούχα κοιτάσματα.
Οι εισροές σε αποθήκες έχουν αυξηθεί μετά τις 21 Φεβρουαρίου λόγω ηπιότερων καιρικών συνθηκών και μείωσης της ζήτησης, εξέλιξη τυπική για την εποχή. Οι βρετανικές αποθήκες χρησιμοποιούνται περισσότερο ως εργαλείο ευελιξίας παρά ως στρατηγικό «μαξιλάρι» εβδομάδων, σε αντίθεση με την ηπειρωτική Ευρώπη που διαθέτει αποθέματα αρκετών εβδομάδων.
Ωστόσο, η ίδια η National Gas αναγνωρίζει ότι το σύστημα εισέρχεται σε «καθοριστική στιγμή» για την ενεργειακή ασφάλεια της χώρας. Σε παρέμβασή της προς την κυβέρνηση, επισημαίνει ότι η πτώση της παραγωγής στη Βόρεια Θάλασσα, η αυξανόμενη εξάρτηση από εισαγωγές και οι μεταβαλλόμενες καταναλωτικές συνήθειες δημιουργούν νέους, συστημικούς κινδύνους. Μεταξύ των προτάσεων περιλαμβάνονται η διατήρηση και ενίσχυση της ευέλικτης προσφοράς, η επέκταση των υποδομών LNG και η εισαγωγή πλωτών μονάδων αποθήκευσης.
Η τρέχουσα κρίση λειτουργεί ως υπενθύμιση για όλη την Ευρώπη –και ιδίως για χώρες όπως η Ελλάδα που εξαρτώνται από θαλάσσιες εισαγωγές LNG– ότι η γεωπολιτική αστάθεια στον Περσικό Κόλπο μπορεί, μέσα σε λίγες ημέρες, να μετατραπεί σε δοκιμασία αντοχής για τα εθνικά ενεργειακά συστήματα.
Σχόλιο
: Η βρετανική περίπτωση αποδεικνύει ότι η στρατηγική «ελάχιστης αποθήκευσης» είναι εξαιρετικά ευάλωτη σε γεωπολιτικά σοκ. Για την ΕΕ και την Ελλάδα, το μήνυμα είναι σαφές: ανάγκη για περισσότερη χωρητικότητα αποθήκευσης, διαφοροποίηση πηγών και πραγματικά κοινή ευρωπαϊκή πολιτική ενεργειακής ασφάλειας, πριν η επόμενη κρίση χτυπήσει την πόρτα.






