Η επίσκεψη του Φρίντριχ Μερτς στον Λευκό Οίκο συνοδεύεται από σκληρή γεωπολιτική προσγείωση για τη Γερμανία. Η ενεργειακή αναταραχή και οι αγορές ακυρώνουν το αφήγημα γρήγορης ανάκαμψης.
Την ώρα που ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς επιστρέφει από το Οβάλ Γραφείο, η γερμανική οικονομία δέχεται ένα βίαιο τεστ αντοχής. Η νέα κλιμάκωση στις σχέσεις ΗΠΑ–Ιράν, οι αναταράξεις στις αγορές ενέργειας και η πτώση των χρηματιστηρίων μετατρέπουν την πολυδιαφημισμένη «επανεκκίνηση» της ανάπτυξης σε εύθραυστο εγχείρημα. Ο Γκόρντον Ρεπίνσκι, από την Ουάσιγκτον, επιχειρεί να απαντήσει στο κρίσιμο ερώτημα: κατάφερε ο Μερτς να αποσπάσει ουσιαστικά ανταλλάγματα από τον Ντόναλντ Τραμπ ή απλώς φωτογραφήθηκε δίπλα του;
Ενέργεια, αγορές και πολιτικό ρίσκο για τον Μερτς
Σύμφωνα με την ανάλυση, η «γεωπολιτική πραγματικότητα» χτυπά τη Γερμανία κυρίως μέσω της ενέργειας. Η άνοδος των τιμών φυσικού αερίου και πετρελαίου, σε συνδυασμό με τα νέα δασμολογικά μέτωπα που ανοίγει ο Λευκός Οίκος, επιβαρύνουν το ήδη πιεσμένο βιομηχανικό μοντέλο της χώρας. Οι τιμές στα πρατήρια πλησιάζουν ή ξεπερνούν το όριο των 2 ευρώ το λίτρο, επιβαρύνοντας νοικοκυριά και επιχειρήσεις, ενώ η πτώση των χρηματιστηριακών δεικτών διαβρώνει το κλίμα εμπιστοσύνης.
Σε αυτό το περιβάλλον, ο Μερτς καλείται να αποδείξει ότι η προσέγγιση με τον Τραμπ δεν είναι μόνο επικοινωνιακή, αλλά αποφέρει συγκεκριμένα οφέλη: σταθερότητα στις ενεργειακές ροές, προβλέψιμη δασμολογική πολιτική, καθώς και σήμα στις αγορές ότι η Γερμανία παραμένει αξιόπιστος πυλώνας της διατλαντικής οικονομίας. Η δυσκολία είναι ότι ο Αμερικανός πρόεδρος, όπως επισημαίνει ο πολιτικός αναλυτής Τζόναθαν Μάρτιν, κινείται με γνώμονα κυρίως την εσωτερική του βάση, αναλαμβάνοντας υψηλό πολιτικό ρίσκο και στο εξωτερικό μέτωπο.
Εκλογικές πιέσεις και άμεσες απαιτήσεις από την Ένωση
Η οικονομική ανασφάλεια μεταφράζεται άμεσα σε πολιτική πίεση. Στο σύντομο αλλά χαρακτηριστικό «200-δευτερολέπτων» συνέντευξή του, ο πρωθυπουργός της Σαξονίας-Άνχαλτ και επικεφαλής υποψήφιος της CDU, Σβεν Σούλτσε, ζητά άμεσες και ορατές κινήσεις. Με τις εκλογές σε Βάδη-Βυρτεμβέργη και Ρηνανία-Παλατινάτο να πλησιάζουν, προειδοποιεί ότι η Ένωση δεν έχει «πολυτέλεια αναμονής».
Για την CDU, το διακύβευμα είναι διπλό: αφενός να προστατεύσει την πραγματική οικονομία από το ενεργειακό σοκ και τις διακυμάνσεις των αγορών, αφετέρου να πείσει τους ψηφοφόρους ότι διαθέτει σχέδιο διαχείρισης μιας κρίσης που πυροδοτείται σε μεγάλο βαθμό από τις επιλογές του Λευκού Οίκου. Η προηγούμενη «αστραπιαία» επέμβαση των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα, την οποία ορισμένοι στην Ουάσιγκτον βλέπουν ως επιτυχία, ενδέχεται –όπως σημειώνει ο Μάρτιν– να έχει δημιουργήσει στον Τραμπ την ψευδαίσθηση ότι μπορεί να αναπαράγει το ίδιο μοτίβο και σε πιο σύνθετα μέτωπα, όπως αυτό με το Ιράν.
Για το Βερολίνο, αυτό σημαίνει ότι η εξάρτηση από τις αποφάσεις της Ουάσιγκτον μετατρέπεται σε «φρένο ανάπτυξης» για τον Μερτς. Αν δεν υπάρξει γρήγορη αποκλιμάκωση στις αγορές ενέργειας και σαφής δέσμευση από πλευράς ΗΠΑ για αποφυγή εμπορικού πολέμου, το πολιτικό κόστος για τον Γερμανό καγκελάριο και την CDU μπορεί να αποδειχθεί βαρύτερο από τα οφέλη της επίσκεψης στο Οβάλ Γραφείο.
Σχόλιο
: Η γερμανική περίπτωση λειτουργεί ως προειδοποίηση και για χώρες όπως η Ελλάδα: η ενεργειακή ασφάλεια και η διαφοροποίηση πηγών δεν είναι αφηρημένη στρατηγική, αλλά προϋπόθεση μακροχρόνιας ανάπτυξης, ειδικά όταν η αμερικανική πολιτική γίνεται απρόβλεπτος εξωτερικός παράγοντας κινδύνου.






