Η ΔΥΠΑ καταγράφει αισθητή μείωση των εγγεγραμμένων ανέργων τον Φεβρουάριο, με έντονες όμως ανισότητες φύλου, ηλικίας και περιφέρειας. Τα στοιχεία φωτίζουν τη δομή της ανεργίας και τα όρια της βελτίωσης.
Η εικόνα της αγοράς εργασίας τον Φεβρουάριο αποτυπώνεται με σαφώς βελτιωμένους αριθμούς στα μητρώα της Δημόσιας Υπηρεσίας Απασχόλησης (ΔΥΠΑ), χωρίς ωστόσο να αίρονται οι χρόνιες παθογένειες της ελληνικής ανεργίας. Το σύνολο των εγγεγραμμένων ανέργων διαμορφώθηκε σε 903.928 άτομα, καταγράφοντας μείωση 5,9% σε ετήσια βάση και 2,2% σε σχέση με τον Ιανουάριο 2026.
Η ποσοτική βελτίωση και η σκιά της μακροχρόνιας ανεργίας
Σε σύγκριση με τον Φεβρουάριο 2025, οι εγγεγραμμένοι άνεργοι μειώθηκαν κατά 56.206 άτομα, ενώ έναντι του Ιανουαρίου 2026 η μείωση ανήλθε σε 19.925 άτομα. Η τάση αυτή συνδέεται τόσο με την εποχικότητα –καθώς η οικονομία μπαίνει σταδιακά σε τροχιά προετοιμασίας για την τουριστική περίοδο– όσο και με μια σχετική ανάκαμψη της απασχόλησης σε επιμέρους κλάδους.
Ωστόσο, η δομή της ανεργίας παραμένει ανησυχητική. Περίπου 412.601 άτομα, δηλαδή το 45,6% του συνόλου, είναι εγγεγραμμένα στη ΔΥΠΑ για διάστημα ίσο ή μεγαλύτερο των 12 μηνών, κάτι που τα κατατάσσει στους μακροχρόνια ανέργους. Η μακροχρόνια ανεργία αποτελεί έναν από τους πιο επίμονους κινδύνους για την ελληνική οικονομία, καθώς διαβρώνει δεξιότητες, μειώνει τις πιθανότητες επανένταξης στην αγορά εργασίας και εντείνει τις κοινωνικές ανισότητες.
Αντίστοιχα, 491.327 άτομα (54,4%) είναι εγγεγραμμένα για λιγότερο από 12 μήνες, δείχνοντας ότι υπάρχει ακόμη σημαντική ροή νέας ανεργίας, η οποία δεν απορροφάται άμεσα από τη ζήτηση εργασίας.
Φύλο, ηλικία, εκπαίδευση και γεωγραφία της ανεργίας
Τα στοιχεία της ΔΥΠΑ αναδεικνύουν και τη σαφή έμφυλη διάσταση της ανεργίας. Οι γυναίκες αντιπροσωπεύουν το 64,6% των εγγεγραμμένων ανέργων (584.002 άτομα), έναντι 35,4% των ανδρών (319.926 άτομα). Η υπερεκπροσώπηση των γυναικών υποδηλώνει ότι οι πολιτικές απασχόλησης και φροντίδας –όπως η παιδική μέριμνα και η μερική απασχόληση με αξιοπρεπείς όρους– παραμένουν κρίσιμο πεδίο παρέμβασης.
Η ηλικιακή ομάδα 30-44 ετών συγκεντρώνει τον μεγαλύτερο αριθμό ανέργων, με 268.539 άτομα (29,7%). Πρόκειται για τον πιο παραγωγικό πυρήνα του εργατικού δυναμικού, συχνά με οικογενειακές υποχρεώσεις, γεγονός που μεταφράζεται σε αυξημένη κοινωνική και δημοσιονομική πίεση.
Σε επίπεδο εκπαίδευσης, η δευτεροβάθμια εκπαίδευση καταγράφει το μεγαλύτερο μερίδιο, με 441.289 άτομα (48,8%). Αυτό υποδηλώνει ότι η αγορά εργασίας απορροφά με μεγαλύτερη ευκολία είτε υψηλά εξειδικευμένα στελέχη είτε ανειδίκευτη εργασία, αφήνοντας εκτεθειμένη μια μεγάλη ενδιάμεση κατηγορία.
Γεωγραφικά, η Περιφέρεια Αττικής συγκεντρώνει 262.783 ανέργους (29,1%) και η Κεντρική Μακεδονία 167.037 (18,5%). Η συγκέντρωση αυτή στα μεγάλα αστικά κέντρα συνδέεται με τη δομή της ελληνικής οικονομίας, αλλά και με τη μετακίνηση πληθυσμού από την περιφέρεια προς τις πόλεις τα προηγούμενα χρόνια.
Επιδότηση ανεργίας και ρόλος της εποχικότητας
Οι επιδοτούμενοι άνεργοι ανήλθαν σε 258.684 άτομα. Από αυτούς, 134.428 (52%) ανήκουν στην κατηγορία των κοινών ανέργων και λοιπών κατηγοριών, ενώ 124.256 (48%) είναι εποχικοί σε τουριστικά επαγγέλματα. Η σχεδόν ισοβαρής κατανομή δείχνει πόσο βαθιά συνδεδεμένη είναι η ελληνική αγορά εργασίας με τον τουρισμό και τις εποχικές διακυμάνσεις.
Σε ετήσια βάση, οι επιδοτούμενοι άνεργοι αυξήθηκαν οριακά κατά 1.192 άτομα (0,5%), ενώ σε σχέση με τον Ιανουάριο σημείωσαν μείωση 1% (2.486 άτομα). Η πλειονότητα των επιδοτούμενων είναι γυναίκες (56,9% ή 147.161 άτομα), επιβεβαιώνοντας ξανά την έμφυλη ανισορροπία.
Από το σύνολο των επιδοτούμενων, 121.451 (46,9%) είναι κοινοί άνεργοι, 2.309 (0,9%) οικοδόμοι, 9.821 (3,8%) εποχικοί σε λοιπούς –κυρίως αγροτικούς– κλάδους, 795 (0,3%) εκπαιδευτικοί και 52 λοιποί. Η διάρθρωση αυτή αναδεικνύει τον περιορισμένο βαθμό κάλυψης συγκεκριμένων επαγγελματικών ομάδων και την ανάγκη πιο στοχευμένων προγραμμάτων.
Σχόλιο
: Η μείωση των εγγεγραμμένων ανέργων είναι θετικό σήμα, αλλά δεν συνιστά δομική ανατροπή. Η υψηλή μακροχρόνια ανεργία, η έντονη γυναικεία υπερεκπροσώπηση και η εξάρτηση από την εποχικότητα δείχνουν ότι η ελληνική αγορά εργασίας παραμένει ευάλωτη. Χωρίς συνδυασμό ενεργητικών πολιτικών απασχόλησης, αναβάθμισης δεξιοτήτων και στήριξης της σταθερής εργασίας, οι αριθμοί κινδυνεύουν να αποδειχθούν συγκυριακοί και όχι διατηρήσιμοι.






