Λίγες ώρες πριν τη Σύνοδο Κορυφής, η ΕΕ εμφανίζεται βαθιά διχασμένη για την απάντηση στην ενεργειακή κρίση. Η Ελλάδα ζητά άμεσα, στοχευμένα μέτρα και επιτάχυνση των διασυνδέσεων, προειδοποιώντας για επανάληψη των λαθών του 2022.
Σε κλίμα έντονης αβεβαιότητας για τις ενεργειακές τιμές και την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας, οι «27» προσέρχονται στη Σύνοδο Κορυφής της 19ης Μαρτίου με ανοιχτό μέτωπο ως προς την ταχύτητα και το εύρος της ευρωπαϊκής απάντησης. Η Ελλάδα τοποθετείται στην αιχμή του μπλοκ που πιέζει για άμεσες παρεμβάσεις, προειδοποιώντας ότι η λογική της αναμονής κινδυνεύει να αναπαράγει το ακριβό μάθημα της κρίσης του 2022.
Ρήγμα Βορρά – Νότου για ETS και άμεσα μέτρα
Στο Συμβούλιο Υπουργών Ενέργειας που προηγήθηκε, καταγράφηκε ξεκάθαρα το ρήγμα ανάμεσα σε δύο σχολές σκέψης. Από τη μία, χώρες –κυρίως του Βορρά– που επιμένουν σε περιορισμένες, αργές κινήσεις, ζητώντας από την Κομισιόν ολοκληρωμένο πακέτο τον Ιούνιο και απορρίπτοντας παρεμβάσεις που θα μπορούσαν να αποδυναμώσουν το Σύστημα Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών (ETS). Για αυτές, προτεραιότητα είναι η διατήρηση ισχυρού σήματος τιμής άνθρακα και η προβλεψιμότητα της αγοράς.
Απέναντί τους, κράτη-μέλη του Νότου και της Ανατολικής Ευρώπης, με την Ελλάδα στην πρωτοβουλία, ζητούν άμεση ενεργοποίηση στοχευμένων μέτρων, ακόμη και προσωρινές παρεμβάσεις στο κόστος άνθρακα σε συγκεκριμένους τομείς. Το επιχείρημα είναι ότι η καθυστέρηση θα επιβαρύνει δυσανάλογα νοικοκυριά και επιχειρήσεις και θα οδηγήσει αργότερα σε πιο ακραίες και πολιτικά «ακριβές» λύσεις.
Η ελληνική προσέγγιση στο ETS κινείται σε ενδιάμεση γραμμή: όχι κατάργηση ή θεμελιώδης ανατροπή του μηχανισμού, αλλά προσαρμογή των τεχνικών εργαλείων –όπως το Αποθεματικό Σταθερότητας της Αγοράς (MSR) και τα benchmarks– ώστε να μειωθεί η μεταβλητότητα χωρίς να χαθεί ο ρόλος του ETS ως βασικού εργαλείου τιμολόγησης άνθρακα.
Ηλεκτρικές διασυνδέσεις και ενιαία αγορά στο επίκεντρο
Κεντρικό στοιχείο της ελληνικής στρατηγικής είναι οι ηλεκτρικές διασυνδέσεις και η στήριξη του λεγόμενου Grid Package. Η Αθήνα θεωρεί ότι οι επενδύσεις σε δίκτυα αποτελούν δομική απάντηση τόσο στο πρόβλημα των υψηλών τιμών όσο και στην ενεργειακή ασφάλεια, ενισχύοντας τη λειτουργία της ενιαίας αγοράς ενέργειας.
Ωστόσο, χώρες όπως η Σουηδία εκφράζουν ισχυρές ενστάσεις, φοβούμενες ότι η μεγαλύτερη διασυνδεσιμότητα θα οδηγήσει σε «εξαγωγή» φθηνής ενέργειας και άνοδο των εγχώριων τιμών. Παράλληλα, τίθεται θέμα προτεραιοτήτων στη χρηματοδότηση: μέρος των κρατών-μελών προτιμά να κατευθύνει πόρους σε εθνικές υποδομές αντί για μεγάλες διασυνοριακές επενδύσεις, αμφισβητώντας στην πράξη την αρχή του «κοινού ευρωπαϊκού οφέλους».
Στοχευμένες κινήσεις στο ETS και η πίεση Λάιεν
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιχειρεί να ισορροπήσει, προκρίνοντας μια στρατηγική ταχείας αλλά περιορισμένης κλίμακας προσαρμογών στο ETS, πριν από τη μεγάλη αναθεώρηση που έχει προγραμματιστεί έως τον Ιούλιο του 2026. Ο Επίτροπος Wopke Hoekstra περιέγραψε μια «γέφυρα σταθερότητας», μέσω αλλαγών στις παραμέτρους του MSR και επικαιροποίησης των benchmarks, με σαφές χρονοδιάγραμμα τους επόμενους μήνες.
Την ίδια γραμμή αποτυπώνει και η επιστολή της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν προς τους ηγέτες ενόψει της Συνόδου. Η Πρόεδρος της Κομισιόν θέτει ως προτεραιότητα τη συγκράτηση του ενεργειακού κόστους σε περιβάλλον όπου το φυσικό αέριο έχει σχεδόν διπλασιαστεί σε ετήσια βάση, ενώ η τιμή άνθρακα έχει διολισθήσει κατά 20%-25%. Παρά το ότι η συμβολή του ETS στο τελικό τιμολόγιο θεωρείται μικρότερη από φόρους και δίκτυα, η μεταβλητότητα των τιμών επιβάλλει, σύμφωνα με την ίδια, στοχευμένες παρεμβάσεις.
Στο τραπέζι βρίσκεται και η συζήτηση για τον ρυθμό μείωσης των δωρεάν δικαιωμάτων σε ενεργοβόρους κλάδους, αλλά και η δημιουργία ενός «fast-track bridging instrument» για ταχύτερη στήριξη κρατών-μελών –ιδίως χαμηλότερου εισοδήματος– στην ενεργειακή μετάβαση, μέσω κινητοποίησης υφιστάμενων και νέων ευρωπαϊκών πόρων.
Περιορισμένες πιθανότητες άμεσης συμφωνίας
Με τις αποκλίσεις να παραμένουν έντονες, οι πιθανότητες για άμεσες, δεσμευτικές αποφάσεις στη Σύνοδο Κορυφής θεωρούνται περιορισμένες. Καθοριστική είναι η συνεδρίαση του COREPER, όπου επιχειρείται να «κλειδώσει» το μεγαλύτερο μέρος των συμπερασμάτων και να αποτυπωθούν τα ελάχιστα σημεία σύγκλισης. Η Ελλάδα, αναγνωρίζοντας ότι το δημοσιονομικό πλαίσιο είναι πλέον αυστηρότερο σε σχέση με το 2022, εκτιμά πως εξακολουθεί να υπάρχει περιθώριο για στοχευμένα εθνικά μέτρα, εφόσον η ευρωπαϊκή αντίδραση αποδειχθεί ανεπαρκής ή βραδυκίνητη.
Σε κάθε περίπτωση, η μάχη γύρω από την αρχιτεκτονική της αγοράς άνθρακα και της ενιαίας αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας μετατρέπεται σε κρίσιμο τεστ για το κατά πόσο η ΕΕ μπορεί να συνδυάσει κλιματική φιλοδοξία, βιομηχανική ανταγωνιστικότητα και κοινωνική αντοχή.
Σχόλιο
: Η αντιπαράθεση γύρω από ETS, διασυνδέσεις και ρυθμό παρεμβάσεων αποκαλύπτει ότι η ΕΕ δεν έχει ακόμη κοινή στρατηγική για το πώς θα μοιράσει τα κόστη και τα οφέλη της ενεργειακής μετάβασης. Η Ελλάδα επιχειρεί να κεφαλαιοποιήσει την εικόνα της ως περιφερειακού ενεργειακού κόμβου, αλλά η πραγματική πρόκληση είναι να εξασφαλίσει ότι οι αποφάσεις δεν θα ληφθούν ξανά «υπό καθεστώς πανικού», όταν οι τιμές θα έχουν ήδη ξεφύγει.






