Το νομοσχέδιο για τον εκσυγχρονισμό των μεταφορών ανοίγει μέτωπο για τα ταξί, την ηλεκτροκίνηση και τις αρμοδιότητες του υπουργείου. Η κυβέρνηση επικαλείται τον τουρισμό και τις υποδομές, η αντιπολίτευση προειδοποιεί για ασαφές πλαίσιο και εύνοια σε μεγάλους στόλους.
Στο επίκεντρο μιας πολωμένης κοινοβουλευτικής συζήτησης βρέθηκε το νομοσχέδιο του υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών για τον «εκσυγχρονισμό και την αναβάθμιση των μεταφορών», με αιχμή την ηλεκτροκίνηση των ταξί και την επάρκεια του μεταφορικού έργου σε περιόδους έντονης τουριστικής κίνησης.
Ο αναπληρωτής υπουργός Υποδομών και Μεταφορών, Κωνσταντίνος Κυρανάκης, υπερασπίστηκε τις ρυθμίσεις, υπογραμμίζοντας ότι η εκρηκτική αύξηση του τουρισμού «μας υποχρεώνει να βρούμε λύσεις» για τη μεταφορά των επισκεπτών, ενώ απέρριψε ως «μύθο» τον ισχυρισμό ότι η χώρα στερείται υποδομών ηλεκτροκίνησης.
Η θέση της κυβέρνησης: υποδομές υπάρχουν, μετάβαση όχι βίαιη
Ο κ. Κυρανάκης τόνισε ότι η Ελλάδα έχει ήδη ξεπεράσει τον στόχο των 10.000 δημόσιων σημείων φόρτισης, με 3.200 στην Αττική, πολλά εκ των οποίων ταχυφορτιστές, και προανήγγειλε περαιτέρω αύξηση μέσω των νέων ρυθμίσεων. Κατά τον ίδιο, οι ιδιοκτήτες ταξί που έχουν ήδη ηλεκτρικά οχήματα «γνωρίζουν στην πράξη» ότι οι υποδομές υπάρχουν.
Ως προς το χρηματοδοτικό σκέλος, χαρακτήρισε το νέο πλαίσιο «ευέλικτο» σε σχέση με το προηγούμενο πρόγραμμα επιδότησης, το οποίο, όπως είπε, «δεν πήγε καλά» επειδή η επιδότηση δινόταν εκ των υστέρων. Πλέον, η ενίσχυση θα δίνεται «στην πηγή», πριν από την αγορά του οχήματος, ενώ οι τιμές των ηλεκτρικών οχημάτων «έχουν πέσει και θα πέσουν κι άλλο». Στόχος, σύμφωνα με τον αναπληρωτή υπουργό, είναι μια «ομαλή» μετάβαση έως το τέλος του 2026, μακριά από «βίαιες» αλλαγές, καθώς με ρυθμούς υιοθέτησης κάτω του 1% «θα χρειαζόμασταν 100 χρόνια» για πλήρως ηλεκτροκίνητο στόλο ταξί.
Κεντρικό στοιχείο του σχεδιασμού είναι η εξουσιοδότηση στο υπουργείο να προσαρμόζει το καθεστώς αδειών ταξί ανάλογα με τις συνθήκες – από πολεμικές κρίσεις που ακυρώνουν κρατήσεις έως εκρηκτικές τουριστικές ροές. Ο κ. Κυρανάκης υποστήριξε ότι προτεραιότητα θα έχουν όσοι έχουν ήδη επενδύσει σε άδεια ταξί, τονίζοντας τον σεβασμό στην υφιστάμενη επένδυση.
Σφοδρή κριτική: «νομοσχέδιο-σκούπα», ασάφεια και εύνοια σε μεγάλους στόλους
Σχεδόν σύσσωμη η αντιπολίτευση επιτέθηκε στο νομοσχέδιο, με κοινό παρονομαστή την κριτική ότι αποτελεί «συνονθύλευμα» αποσπασματικών ρυθμίσεων και ότι μεταφέρει υπερβολικά μεγάλη κανονιστική ισχύ σε υπουργικές αποφάσεις.
Ο εισηγητής του ΠΑΣΟΚ, Τάσος Νικολαΐδης, έκανε λόγο για «ανομοιογενές σύνολο» με ετερόκλητα άρθρα και ζήτησε την απόσυρση του άρθρου 52 για τα ταξί, το οποίο «τα πάντα παραπέμπει» σε απόφαση του υπουργού. Κατήγγειλε ξεθώριασμα των «κόκκινων γραμμών» μετά τη διαβούλευση και κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι επιδιώκει να φτάσει «μέχρι τις εκλογές χωρίς κοινωνική ένταση», βάζοντας τα προβλήματα «κάτω από το χαλί».
Από τον ΣΥΡΙΖΑ, ο Αλέξανδρος Μεϊκόπουλος μίλησε για «αχταρμά ρυθμίσεων» σε fast track διαδικασία, που διατηρεί την αγορά σε «ελεγχόμενη ασάφεια» ώστε ο υπουργός να μοιράζει εξαιρέσεις «κατά το δοκούν». Υποστήριξε ότι καμία χώρα της ΕΕ δεν έχει επιβάλει καθολική υποχρεωτική ηλεκτροκίνηση ταξί σε τόσο στενό χρονικό ορίζοντα, επικαλούμενος έλλειψη υποδομών, και προειδοποίησε ότι η πράσινη μετάβαση, όπως σχεδιάζεται, θα είναι εφικτή μόνο για μεγάλους στόλους, όχι για μικρομεσαίους επαγγελματίες.
Ακόμη πιο αιχμηρή ήταν η κριτική από ΚΚΕ, Νέα Αριστερά, Ελληνική Λύση, Νίκη και Πλεύση Ελευθερίας, που περιέγραψαν το νομοσχέδιο ως εργαλείο ενίσχυσης μεγάλων επιχειρήσεων εις βάρος των αυτοκινητιστών, με ποινικοποίηση κινητοποιήσεων και μετακύλιση του κόστους της περιβαλλοντικής συμμόρφωσης στους πολίτες. Η ανεξάρτητη βουλευτής Θεοδώρα Τζάκρη κατήγγειλε ότι επιχειρείται σε 1-2 χρόνια πλήρης αντικατάσταση των ταξί με ηλεκτρικά, σε χώρα χωρίς επαρκείς ταχυφορτιστές, όταν στην Ευρώπη ορίζοντας είναι το 2035.
Το άρθρο 52 αναδεικνύεται έτσι σε επίμαχο σημείο, καθώς για την αντιπολίτευση συμβολίζει την αποδυνάμωση του κοινοβουλευτικού ελέγχου και τη διολίσθηση σε ρυθμιστικό συγκεντρωτισμό, σε μια αγορά μεταφορών όπου διακυβεύονται ισχυρά επαγγελματικά και επιχειρηματικά συμφέροντα.
Σχόλιο
: Η σύγκρουση για την ηλεκτροκίνηση των ταξί δεν είναι απλώς τεχνικό ζήτημα υποδομών, αλλά πεδίο αναδιανομής μεταφορικού έργου και ρυθμιστικής ισχύος. Η κυβέρνηση επιχειρεί να αξιοποιήσει τον τουρισμό ως επιχείρημα για ευελιξία και ταχύτητα, όμως η γενικευμένη αντίδραση δείχνει ότι χωρίς σαφές, μακροπρόθεσμο σχέδιο και ισχυρές εγγυήσεις για τους μικρούς επαγγελματίες, η πράσινη μετάβαση κινδυνεύει να ταυτιστεί με συγκέντρωση ισχύος σε λίγους μεγάλους παίκτες.






