Το χάσμα μεταξύ νέων και μεγαλύτερων στο Ηνωμένο Βασίλειο δεν είναι απλώς πολιτισμικό, αλλά βαθιά οικονομικό και θεσμικό. Η διανομή χρέους, περιουσίας και δικαιωμάτων δείχνει ένα κοινωνικό συμβόλαιο που γέρνει επικίνδυνα εις βάρος των νεότερων.
Η δημόσια συζήτηση για τη «σύγκρουση γενεών» συχνά περιορίζεται σε στερεότυπα: καλοζωισμένοι baby boomers απέναντι σε Millennials και Gen Z που παλεύουν με χαμηλούς μισθούς και ακριβά ενοίκια. Το κείμενο του Τζον Λάντσεστερ για το Ηνωμένο Βασίλειο επιχειρεί να αποδομήσει τα εύκολα αφηγήματα και να δείξει πού ακριβώς εδράζεται η πραγματική διαγενεακή ανισότητα – και γιατί η εμπορευματοποίηση αυτής της σύγκρουσης εξυπηρετεί, τελικά, κυρίως την αγορά.
Το φορολογικό βάρος και το κράτος πρόνοιας
Στην καρδιά του προβλήματος βρίσκεται η αρχιτεκτονική του βρετανικού κράτους πρόνοιας. Η Έκθεση του Γραφείου Δημοσιονομικής Ευθύνης από το 2011 δείχνει ότι ένα νεογέννητο τότε θα κατέβαλλε καθ’ όλη τη ζωή του καθαρή συνεισφορά περίπου 68.400 λιρών, ενώ οι μελλοντικές γενιές θα έπρεπε να συνεισφέρουν σχεδόν 159.700 λίρες. Με απλά λόγια, η φορολογική επιβάρυνση των επόμενων γενεών διπλασιάζεται για να συντηρηθεί ένα σύστημα «pay as you go», όπου οι τρέχουσες εισφορές χρηματοδοτούν τις τρέχουσες δαπάνες, κυρίως συντάξεις.
Οι συνταξιούχοι απορροφούν σχεδόν το μισό του προνοιακού προϋπολογισμού (εκτός υγείας και αναπηρίας), ενώ το δημογραφικό γήρας επιδεινώνει τις ανισορροπίες. Ο Λάντσεστερ παρατηρεί ότι, παρότι είναι υπερβολή να αποκαλείται το σύστημα «Πόντσι», σίγουρα δεν είναι το αντίθετο: οι σημερινοί νέοι χρηματοδοτούν υποχρεώσεις που δεν θα απολαύσουν στον ίδιο βαθμό. Ταυτόχρονα, η κρατική σύνταξη στο Ηνωμένο Βασίλειο παραμένει από τις χαμηλότερες στην Ευρώπη, αφήνοντας πολλούς ηλικιωμένους στα όρια της φτώχειας – μια διπλή στρέβλωση που επιβαρύνει και νέους και γέρους.
Ακίνητα, QE και η μεγάλη μεταβίβαση πλούτου
Η δεύτερη μεγάλη εστία ανισότητας είναι η αγορά ακινήτων. Το 1999 η διάμεση τιμή κατοικίας στην Αγγλία ήταν 4,4 φορές το ετήσιο εισόδημα. Το 2024 έφτασε τις 7,7 φορές, ενώ στο Λονδίνο αγγίζει τις 12 φορές. Η ποσοτική χαλάρωση μετά την κρίση του 2008 διοχέτευσε ρευστότητα κυρίως στα χέρια των ήδη εύπορων, οι οποίοι την κατεύθυναν σε περιουσιακά στοιχεία, ωθώντας τις τιμές ακόμη ψηλότερα. Έτσι, η πρόσβαση σε ιδιόκτητη κατοικία μετατράπηκε σε προνόμιο όσων έχουν οικογενειακό κεφάλαιο.
Ωστόσο, ο συγγραφέας επισημαίνει ότι η διαγενεακή εικόνα θα ανατραπεί με την «μεγαλύτερη μεταβίβαση πλούτου στην ιστορία»: όταν οι boomers πεθάνουν, τα παιδιά τους θα κληρονομήσουν περιουσίες, κυρίως ακίνητα, συνολικής αξίας που εκτιμάται γύρω στα 4 τρισ. λίρες. Τότε το χάσμα θα πάψει να είναι κυρίως μεταξύ γενεών και θα γίνει ενδογενεακό: ανάμεσα σε όσους κληρονομούν και σε όσους δεν έχουν τίποτα να περιμένουν. Η μεσαία τάξη θα διαιρεθεί σε «κληρονόμους» και «μη κληρονόμους», με τεράστιες συνέπειες για τις ευκαιρίες ζωής.
Brexit, πανδημία και κλίμα: ηθικός λογαριασμός γενεών
Στο πολιτικό επίπεδο, ο Λάντσεστερ βλέπει το Brexit ως ιστορική τομή διαγενεακής αδικίας: οι μεγαλύτεροι, με εξασφαλισμένα εισοδήματα, ψήφισαν κατά πλειοψηφία υπέρ της εξόδου, θυσιάζοντας την ελευθερία κίνησης και τις οικονομικές προοπτικές των νεότερων, που ψήφισαν κατά βάση παραμονή. Αν το δημοψήφισμα επαναλαμβανόταν σήμερα, μόνο με όσους είχαν ψηφίσει τότε, η ανατροπή θα ήταν συντριπτική υπέρ της παραμονής, καθώς σημαντικό μέρος των ψηφοφόρων υπέρ της εξόδου έχει πλέον αποβιώσει.
Η πανδημία Covid-19 πρόσθεσε ένα ακόμη στρώμα: οι νέοι, με ελάχιστο υγειονομικό κίνδυνο, ανέστειλαν εκπαίδευση, εργασία και κοινωνική ζωή για να προστατεύσουν τους ηλικιωμένους. Ωστόσο, δεν υπήρξε ούτε συστηματική προσπάθεια αντιστάθμισης αυτής της θυσίας, ούτε καν συλλογική αναγνώριση.
Πάνω από όλα δεσπόζει ο παράγοντας κλίμα. Οι σημερινοί νέοι και, κυρίως, οι μελλοντικές γενιές θα κληρονομήσουν έναν πλανήτη ποιοτικά διαφορετικό, με κλιματικούς κινδύνους που ανατρέπουν κάθε έννοια «δίκαιης» διαγενεακής συμφωνίας. Ο Λάντσεστερ επικαλείται τη δυστοπική φαντασία του μυθιστορήματος «The Ministry for the Future», όπου δημιουργείται διεθνής θεσμός εκπροσώπησης των αγέννητων. Υποστηρίζει ότι, στην πράξη, όλα τα υπουργεία θα όφειλαν να λειτουργούν ως «υπουργεία του μέλλοντος» – κάτι που σήμερα δεν συμβαίνει.
Από το μάρκετινγκ των γενεών σε ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο
Ο συγγραφέας είναι επιφυλακτικός απέναντι στη βιομηχανία κατηγοριοποίησης των πολιτών σε γενιές και υποομάδες, την οποία τροφοδοτεί το μάρκετινγκ. Η υπερπροβολή των διαφορών εξυπηρετεί κυρίως τη στόχευση προϊόντων και υπηρεσιών, αλλά και τη διάσπαση της κοινωνικής συνοχής. Παρά τις πολιτισμικές συγκλίσεις μεταξύ νέων και μεγαλύτερων (από τη μουσική μέχρι τα δικαιώματα μειονοτήτων), η οικονομική πραγματικότητα δείχνει ένα άνισο «μοίρασμα της πίτας», όπως συνοψίζει και ο Ντέιβιντ Γουίλετς στο βιβλίο του «The Pinch».
Ο Λάντσεστερ καταλήγει ότι το πρόβλημα δεν είναι οι διαφορές ως τέτοιες, αλλά η ιεράρχηση του παρελθόντος και του status quo πάνω από το μέλλον. Ένα δίκαιο διαγενεακό συμβόλαιο θα απαιτούσε επανασχεδιασμό του φορολογικού συστήματος, της στέγασης, των συντάξεων και της κλιματικής πολιτικής, με σαφή προσανατολισμό στις ανάγκες όσων έρχονται – όχι μόνο όσων ήδη ψηφίζουν.
Σχόλιο
: Η βρετανική εμπειρία λειτουργεί ως προειδοποίηση και για χώρες όπως η Ελλάδα: γήρανση πληθυσμού, εκτόξευση τιμών ακινήτων, ανεπαρκής συζήτηση για το ποιος πληρώνει τον λογαριασμό του χρέους και της κλιματικής προσαρμογής. Αν η πολιτική συνεχίσει να κολακεύει τους ήδη οργανωμένους και πολυπληθείς εκλογικά, οι νέοι θα αντιμετωπίζουν ολοένα και περισσότερο ένα αόρατο, αλλά πολύ πραγματικό «φόρο μέλλοντος».
#διαγενεακή_ανισότητα #ΗνωμένοΒασίλειο #στέγαση #συντάξεις #Brexit #κλίμα






