Ο Βρετανός πρωθυπουργός σε άμυνα για την απόφασή του να αποκλείσει αρχικά επιθετική χρήση βρετανικών βάσεων κατά του Ιράν. Οι Συντηρητικοί τον κατηγορούν για δισταγμό και υπονόμευση της αποτρεπτικής ισχύος του Ηνωμένου Βασιλείου.
Στο επίκεντρο σφοδρής πολιτικής αντιπαράθεσης βρίσκεται ο Βρετανός πρωθυπουργός σερ Κιρ Στάρμερ, μετά την απόφασή του να μη δώσει άδεια για χρήση βρετανικών στρατιωτικών βάσεων στις αρχικές αμερικανοϊσραηλινές επιθέσεις κατά του Ιράν. Η επιλογή του πυροδότησε επικρίσεις τόσο από τον Ντόναλντ Τραμπ όσο και από τη συντηρητική αντιπολίτευση, ανοίγοντας μια ευρύτερη συζήτηση για τα όρια της «ειδικής σχέσης» Λονδίνου – Ουάσιγκτον και για τον ρόλο του διεθνούς δικαίου σε αποφάσεις πολέμου.
Η γραμμή Στάρμερ: νόμιμη βάση και σαφές σχέδιο
Απαντώντας στη Βουλή των Κοινοτήτων, ο Στάρμερ υπογράμμισε ότι «απόλυτη προτεραιότητα» της κυβέρνησης είναι η προστασία των Βρετανών πολιτών και στρατιωτών στην ευρύτερη Μέση Ανατολή. Περιέγραψε ένα πλέγμα μέτρων άμυνας και αποτροπής: μαχητικά αεροσκάφη που ήδη επιχειρούν στην περιοχή αναχαιτίζοντας εισερχόμενες επιθέσεις, ενισχυμένες δυνάμεις στην Κύπρο, προώθηση ραντάρ, συστημάτων αντιαεροπορικής άμυνας και αντιμετώπισης drones, καθώς και F-35.
Την Κυριακή, το Λονδίνο αποδέχθηκε αμερικανικό αίτημα για χρήση βρετανικών βάσεων, αλλά αποκλειστικά για «αμυντικά πλήγματα» σε ιρανικές υποδομές πυραύλων. Ο Στάρμερ εξήγησε ότι δεν ήταν διατεθειμένος να «μπει σε πόλεμο» χωρίς σαφή νομική θεμελίωση και «βιώσιμο, επεξεργασμένο σχέδιο». Κατά τον ίδιο, η συμμετοχή αμερικανικών βομβαρδιστικών που επιχειρούν από βρετανικό έδαφος συνιστά έμπρακτη απόδειξη της ειδικής σχέσης και όχι ένδειξη ρήγματος, παρά τη ρητορική Τραμπ ότι «η σχέση δεν είναι όπως ήταν».
Συντηρητικές κατηγορίες για αδράνεια και υπονόμευση της αποτροπής
Η αρχηγός των Συντηρητικών, Κέμι Μπάντενοκ, κατηγόρησε τον πρωθυπουργό ότι «ζητά από τους συμμάχους να κάνουν ό,τι θα έπρεπε να κάνουμε εμείς» και ότι περιορίζεται στο «να πιάνει τα βέλη αντί να σταματά τον τοξότη». Υποστήριξε ότι το Ηνωμένο Βασίλειο «είναι ήδη σε πόλεμο, είτε το θέλει είτε όχι», επικαλούμενη τις επιθέσεις με drones και πυραύλους σε βρετανικές βάσεις στην Κύπρο και στο Μπαχρέιν, και ζήτησε πιο επιθετική στάση.
Η Μπάντενοκ επέκρινε επίσης τις καθυστερήσεις στην ανάπτυξη της φρεγάτας HMS Dragon προς την Ανατολική Μεσόγειο και κατηγόρησε την κυβέρνηση για ανεπαρκείς δαπάνες άμυνας. Ο Στάρμερ αντέτεινε ότι οι περικοπές, τα κενά στις προσλήψεις και η «αποψίλωση» των Ενόπλων Δυνάμεων φέρουν τη σφραγίδα των προηγούμενων συντηρητικών κυβερνήσεων. Σύμφωνα με δυτικούς αξιωματούχους, το HMS Dragon φορτώνεται με πυρομαχικά στο Πόρτσμουθ και αναμένεται να αποπλεύσει την επόμενη εβδομάδα, ενώ δύο ελικόπτερα Wildcat με αντιαεροπορικούς πυραύλους κατευθύνονται νωρίτερα προς την Κύπρο.
Δίλημμα στρατηγικής: συμμαχική αξιοπιστία ή στρατιωτική αυτοσυγκράτηση;
Πέρα από την κομματική αντιπαράθεση, η συζήτηση αποκαλύπτει βαθύτερο στρατηγικό δίλημμα για το Λονδίνο. Ο πρώην υπουργός Εξωτερικών των Συντηρητικών, Τζέρεμι Χαντ, χαρακτήρισε «μεγάλο σφάλμα» την αρχική άρνηση χρήσης βρετανικών βάσεων για επιθετικά πλήγματα, θεωρώντας ότι αποδυναμώνει τη συμμαχία με τις ΗΠΑ σε μια περίοδο που η Ευρώπη εξαρτάται από την αμερικανική στρατιωτική ισχύ.
Αντίθετα, ο πρώην αναπληρωτής ανώτατος διοικητής των συμμαχικών δυνάμεων του ΝΑΤΟ στην Ευρώπη, στρατηγός σερ Ρίτσαρντ Σίρεφ, προειδοποίησε ότι οι ΗΠΑ «δεν πρόκειται να εγγυηθούν επ’ αόριστον την ευρωπαϊκή ασφάλεια» και ότι το Ηνωμένο Βασίλειο πρέπει να εστιάσει στα δικά του συμφέροντα και στην προστασία των βάσεών του. Αναγνώρισε μεν ότι «υπάρχει σαφής λόγος» για εμπλοκή, αλλά προειδοποίησε ότι δεν μπορεί να υπάρξει συμμετοχή σε επιχείρηση χωρίς σαφή στρατηγική εξόδου, κατηγορώντας τον Τραμπ ότι ξεκίνησε «πόλεμο επιλογής χωρίς να γνωρίζει πού θα καταλήξει».
Παράλληλα με τις στρατιωτικές κινήσεις, το Λονδίνο οργανώνει επιπλέον πτήσεις επαναπατρισμού από το Ομάν για Βρετανούς πολίτες που έχουν εγκλωβιστεί στην περιοχή, την ώρα που το Ιράν απαντά με επιθέσεις σε Ισραήλ και φιλοαμερικανικά κράτη του Κόλπου. Η βρετανική κυβέρνηση επιχειρεί έτσι να ισορροπήσει ανάμεσα στην αλληλεγγύη προς τις ΗΠΑ, τη νομική νομιμοποίηση των επιχειρήσεων και την εσωτερική πολιτική πίεση για πιο σκληρή στάση.
Σχόλιο
: Η αντιπαράθεση στο Λονδίνο φωτίζει ένα κεντρικό ζήτημα για όλες τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες: πώς διατηρείς την αξιοπιστία σου απέναντι στις ΗΠΑ χωρίς να μετατρέπεσαι σε αυτόματο συνέταιρο σε πολέμους «επιλογής». Ο Στάρμερ επενδύει στο επιχείρημα της νομιμότητας και της προσοχής, αλλά ένα τμήμα του βρετανικού κατεστημένου φοβάται ότι η υπερβολική επιφύλαξη μπορεί να εκληφθεί ως αδυναμία, σε μια περίοδο όπου η αποτροπή στη Μέση Ανατολή και η αξιοπιστία του ΝΑΤΟ δοκιμάζονται ταυτόχρονα.






