Η Ουάσιγκτον συνδέει ανοιχτά την «ευνοϊκή» πρόσβαση της Ευρώπης σε αμερικανικό LNG με την άνευ όρων έγκριση της εμπορικής συμφωνίας Turnberry. Η προειδοποίηση έρχεται σε μια στιγμή έντονου παγκόσμιου ανταγωνισμού για φορτία υγροποιημένου φυσικού αερίου.
Η ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης μπαίνει στο επίκεντρο μιας σκληρής διαπραγμάτευσης με την Ουάσιγκτον, καθώς οι ΗΠΑ προειδοποιούν ότι η «ευνοϊκή» πρόσβαση σε φορτία υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) μπορεί να τεθεί υπό αμφισβήτηση, εάν η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν επικυρώσει χωρίς τροποποιήσεις τη συμφωνία εμπορίου που είχε κλειστεί πέρυσι στο θέρετρο Turnberry στη Σκωτία.
Η συμφωνία Turnberry και ο μοχλός του LNG
Σύμφωνα με τις δηλώσεις του πρέσβη των ΗΠΑ στην ΕΕ, Άντριου Πάζντερ, το ενεργειακό σκέλος της συμφωνίας –που προβλέπει δέσμευση της ΕΕ να αγοράσει ενεργειακά προϊόντα αξίας 750 δισ. δολαρίων έως το 2028, συμπεριλαμβανομένων LNG, πετρελαίου και τεχνολογιών πολιτικής πυρηνικής ενέργειας– κινδυνεύει εάν η Ένωση επιχειρήσει να αλλάξει άλλους όρους της εμπορικής συμφωνίας.
«Αν το Turnberry δεν εφαρμοστεί, επιστρέφουμε ουσιαστικά στο μηδέν», τόνισε, αφήνοντας να εννοηθεί ότι οι όροι πρόσβασης της Ευρώπης στην αμερικανική ενέργεια θα σκληρύνουν. Ο Πάζντερ μίλησε ευθέως για «άλλους αγοραστές», υπογραμμίζοντας ότι οι ΗΠΑ έχουν εναλλακτικές για τη διάθεση του LNG τους και ότι η Ευρώπη, αν θέλει να «επιβιώσει οικονομικά», χρειάζεται ενέργεια την οποία οι ΗΠΑ είναι διατεθειμένες να προσφέρουν μόνο στο πλαίσιο μιας «ενθαρρυντικής» για εκείνες σχέσης.
Χαρακτηριστικά, ο Αμερικανός διπλωμάτης δήλωσε πως προσωπικά θεωρούσε ότι η ευρωπαϊκή δέσμευση θα έπρεπε να φτάσει το 1 τρισ. δολάρια, καθώς δεν επρόκειτο μόνο για υπόσχεση αγοράς, αλλά και για δέσμευση των ΗΠΑ να πουλήσουν αυτά τα φορτία.
Ενεργειακή στενότητα και γεωπολιτικός εκβιασμός
Η απειλή έρχεται σε μια περίοδο όπου ο παγκόσμιος ανταγωνισμός για φορτία LNG εντείνεται. Το Κατάρ, που παράγει περίπου το 20% του παγκόσμιου LNG, έχει αναγκαστεί να σταματήσει τις εξαγωγές λόγω του αποκλεισμού των Στενών του Ορμούζ από το Ιράν, ενώ πρόσφατα πλήγματα στο τεράστιο συγκρότημα Ras Laffan ενισχύουν τους φόβους για παρατεταμένη περιορισμένη προσφορά.
Αν και πριν από τον πόλεμο μόνο περίπου το 10% του LNG που διέρχονταν από τα Στενά του Ορμούζ κατευθυνόταν στην Ευρώπη, η ήπειρος είναι εξαιρετικά ευάλωτη λόγω της υψηλής εξάρτησής της από εισαγωγές φυσικού αερίου. Κράτη-μέλη όπως η Ιταλία κάλυπταν έως και το ένα τρίτο των εισαγωγών LNG από το Κατάρ, γεγονός που αυξάνει την ανάγκη διαφοροποίησης πηγών και ενισχύει το διαπραγματευτικό βάρος των ΗΠΑ.
Δασμοί, Κοινοβούλιο και κανονισμός μεθανίου
Η συμφωνία Turnberry δεν αφορά μόνο την ενέργεια. Προέβλεπε δασμό 15% στις περισσότερες εξαγωγές της ΕΕ προς τις ΗΠΑ, ενώ η Ευρώπη συμφώνησε να μηδενίσει τους δασμούς στα βιομηχανικά προϊόντα των ΗΠΑ και σε ορισμένα αγροτικά αγαθά. Μετά την ακύρωση των δασμών Τραμπ από το Ανώτατο Δικαστήριο, ο Λευκός Οίκος εισήγαγε εσπευσμένα νέο παγκόσμιο δασμό, που μπορεί να ισχύσει έως τις 24 Ιουλίου και οδηγεί σε μέσο συνολικό δασμό 15,8%.
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, που αναμένεται να ψηφίσει τη συμφωνία, έχει ενσωματώσει δικλείδες ασφαλείας για αναστολή της εάν ο Τραμπ επανέλθει με νέες απειλές δασμών και δεν αποκαταστήσει τις εξαιρέσεις που είχαν συμφωνηθεί. Ωστόσο, τα κράτη-μέλη πιθανόν να αντιταχθούν σε αυτές τις διατάξεις, ανοίγοντας νέο γύρο ενδοευρωπαϊκών τριβών.
Παράλληλα, ο Πάζντερ βάλλει και κατά του νέου κανόνα της ΕΕ για το μεθάνιο, που απαιτεί από τους εξαγωγείς να δηλώνουν εκπομπές από 1ης Ιανουαρίου, υποστηρίζοντας ότι είναι πρακτικά αδύνατο για πολλούς Αμερικανούς παραγωγούς να συμμορφωθούν. Δηλώνει «αισιόδοξος» ότι ο κανόνας θα χαλαρώσει, ακόμη και μέσω της πίεσης των υψηλότερων τιμών καυσίμων.
Σχόλιο
: Η Ουάσιγκτον εργαλειοποιεί πλέον απροκάλυπτα το LNG και τους δασμούς ως πακέτο γεωοικονομικού εκβιασμού, μετατρέποντας την ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης σε διαπραγματευτικό χαρτί για ευρύτερες εμπορικές παραχωρήσεις. Η ΕΕ καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στη βραχυπρόθεσμη ανάγκη για φθηνή και ασφαλή ενέργεια και στη μακροπρόθεσμη στρατηγική της αυτονομία, χωρίς να εκχωρήσει πλήρως τα ρυθμιστικά της εργαλεία σε κλιματική και περιβαλλοντική πολιτική.






