Η Τεχεράνη χαρακτηρίζει το πενθήμερο τελεσίγραφο του Ντόναλντ Τραμπ «νέα εξαπάτηση» και απειλεί με πλήγματα σε περιφερειακές ενεργειακές υποδομές. Οι διαρροές δείχνουν και ένταση εντός της αμερικανικής ηγεσίας σε σχέση με τον ρόλο του Ισραήλ.
Η κλιμάκωση της έντασης ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν λαμβάνει νέα τροπή, καθώς ανώτατη ιρανική πολιτικο-ασφαλείας πηγή, μιλώντας στο δίκτυο Al Mayadeen, χαρακτήρισε το πενθήμερο τελεσίγραφο του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ για επίτευξη συμφωνίας ως «νέα εξαπάτηση Τραμπ». Η δήλωση αυτή εντάσσεται σε ένα ήδη τεταμένο περιβάλλον, όπου στρατιωτικές, ενεργειακές και διπλωματικές ισορροπίες στην ευρύτερη Μέση Ανατολή παραμένουν εξαιρετικά εύθραυστες.
Απειλές για πλήγματα σε ενεργειακές υποδομές
Σύμφωνα με την ίδια πηγή, ο Αμερικανός πρόεδρος φέρεται να ανέβαλε προγραμματισμένα πλήγματα σε ενεργειακές υποδομές του Ιράν, έπειτα από «σθεναρή ιρανική απάντηση» που προειδοποιούσε πως σε περίπτωση επίθεσης, στόχος θα γίνουν «όλες οι πηγές ενέργειας στις χώρες από τις οποίες θα προέλθει η επιθετικότητα». Η διατύπωση αυτή αφήνει να εννοηθεί ότι η Τεχεράνη δεν περιορίζει την αποτροπή της μόνο σε αμερικανικούς στόχους, αλλά και σε κρίσιμες υποδομές πετρελαίου και φυσικού αερίου σε σύμμαχες των ΗΠΑ χώρες της περιοχής.
Η προοπτική στοχευμένων επιθέσεων σε ενεργειακά κέντρα του Κόλπου ή της ευρύτερης περιοχής, εάν υλοποιηθεί, θα μπορούσε να προκαλέσει αλυσιδωτές αντιδράσεις στις διεθνείς αγορές ενέργειας, με άμεσες επιπτώσεις στις τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου και, κατ’ επέκταση, στον παγκόσμιο πληθωρισμό. Η ρητορική της Τεχεράνης λειτουργεί έτσι και ως μοχλός πίεσης προς την Ουάσιγκτον, αλλά και προς τις περιφερειακές δυνάμεις που φιλοξενούν αμερικανικές βάσεις ή στηρίζουν ενεργά την αμερικανική πολιτική.
Ενδοαμερικανικές τριβές για τον ρόλο Νετανιάχου
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και ο ισχυρισμός της ιρανικής πηγής ότι υπάρχουν «ενδείξεις» πως ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ JD Vance και ο διευθυντής της CIA Τζον Ράτκλιφ «εργάζονται για να απομακρύνουν» τον Ισραηλινό πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου «από τον κύκλο λήψης αποφάσεων των ΗΠΑ». Αν και τέτοιες αναφορές δεν μπορούν να διασταυρωθούν ανεξάρτητα, αντανακλούν την εικόνα που επιχειρεί να προβάλει η Τεχεράνη: ότι στο εσωτερικό της αμερικανικής ηγεσίας υπάρχουν επιφυλάξεις για τον βαθμό επιρροής του Ισραήλ στη διαμόρφωση της στρατηγικής απέναντι στο Ιράν.
Η αμφισβήτηση του ρόλου Νετανιάχου, εφόσον ισχύει, θα μπορούσε να σηματοδοτεί προσπάθεια της Ουάσιγκτον να διατηρήσει μεγαλύτερο περιθώριο ελιγμών, μειώνοντας τον κίνδυνο να συρθεί σε μια ευρύτερη σύγκρουση με όρους που υπαγορεύονται από την ισραηλινή εσωτερική πολιτική σκηνή. Για την Τεχεράνη, η ανάδειξη τέτοιων ρωγμών αποτελεί εργαλείο προπαγάνδας, αλλά και προσπάθεια να διασπάσει το μέτωπο Ουάσιγκτον–Τελ Αβίβ.
Στρατηγικός στόχος: να μην υπάρξει «εικόνα νίκης» για Τραμπ
Η ίδια πηγή υπογράμμισε ότι στόχος της ιρανικής ηγεσίας είναι να καταστήσει σαφές στην Ουάσιγκτον πως «αυτός ο πόλεμος πρέπει να είναι ο τελευταίος της» και ότι «κάθε εικόνα νίκης για τον Τραμπ πρέπει να ματαιωθεί». Η φράση αυτή φωτίζει τη διάσταση της εσωτερικής αμερικανικής πολιτικής: η Τεχεράνη εμφανώς επιδιώκει να στερήσει από τον Αμερικανό πρόεδρο ένα εύκολο επικοινωνιακό αφήγημα επιτυχίας, γνωρίζοντας ότι η κοινή γνώμη στις ΗΠΑ παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις σε Ιράν και Μέση Ανατολή.
Στο πλαίσιο αυτό, το πενθήμερο τελεσίγραφο παρουσιάζεται από το Ιράν όχι ως σοβαρή διαπραγματευτική πρωτοβουλία, αλλά ως εργαλείο επικοινωνιακής διαχείρισης της κρίσης. Η επιμονή της Τεχεράνης να εμφανίζεται ανυποχώρητη και αποφασισμένη να απαντήσει συμμετρικά ή και ασύμμετρα, ενισχύει το κλίμα αβεβαιότητας και αυξάνει το ρίσκο ενός ατυχήματος ή λανθασμένου υπολογισμού που θα μπορούσε να οδηγήσει σε ευρύτερη ανάφλεξη.
Σχόλιο
: Η ρητορική σκλήρυνση της Τεχεράνης, σε συνδυασμό με τις πληροφορίες για ενδοαμερικανικές τριβές γύρω από τον ρόλο του Ισραήλ, αποκαλύπτει μια εξαιρετικά ρευστή και επικίνδυνη φάση της κρίσης. Για τις αγορές ενέργειας και τις διεθνείς σχέσεις, η απειλή στοχοποίησης περιφερειακών ενεργειακών υποδομών αποτελεί ίσως τον σοβαρότερο παράγοντα αστάθειας, με επιπτώσεις που ξεπερνούν κατά πολύ το διμερές πλαίσιο ΗΠΑ–Ιράν.






