Η Μαδρίτη προχωρά σε επιθετική φορολογική παρέμβαση στα καύσιμα για να απορροφήσει το ενεργειακό σοκ από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή. Το πακέτο μέτρων αγγίζει ταυτόχρονα καύσιμα και ηλεκτρική ενέργεια, με στόχο την προστασία νοικοκυριών και ευάλωτων κλάδων.
Η Ισπανία γίνεται η πρώτη μεγάλη οικονομία της ευρωζώνης που απαντά με τόσο αιχμηρά φορολογικά μέτρα στο νέο ενεργειακό σοκ που προκαλεί ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή. Σύμφωνα με πληροφορίες που μετέδωσε ο ραδιοσταθμός SER, η κυβέρνηση της Μαδρίτης μειώνει άμεσα τον ΦΠΑ στα καύσιμα στο 10% από 21%, ενώ εξετάζει παράλληλα την πλήρη αναστολή του ειδικού φόρου κατανάλωσης στους υδρογονάνθρακες.
Ισχυρή παρέμβαση στις αντλίες και στους λογαριασμούς ρεύματος
Η συνδυαστική κίνηση σε ΦΠΑ και ειδικό φόρο κατανάλωσης συνιστά ουσιαστικά μια βίαιη απομείωση της φορολογικής επιβάρυνσης σε ντίζελ και βενζίνη. Όπως μεταδίδεται, η πιθανή αναστολή του ειδικού φόρου κατανάλωσης θα οδηγήσει σε άμεση μείωση των τιμών κατά 0,30 έως 0,40 ευρώ το λίτρο, ένα μέγεθος που μπορεί να γίνει ορατό σχεδόν από τη μια μέρα στην άλλη στους καταναλωτές και στις μεταφορικές επιχειρήσεις.
Το πακέτο δεν περιορίζεται στα καύσιμα κίνησης. Η κυβέρνηση προχωρά και στην κατάργηση φόρου 5% στην κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος, επιχειρώντας να συγκρατήσει το συνολικό ενεργειακό κόστος στην οικονομία. Η παρέμβαση αυτή στοχεύει τόσο τα νοικοκυριά, όσο και τις ενεργοβόρες επιχειρήσεις, σε μια περίοδο που οι διεθνείς τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου παραμένουν εξαιρετικά ευμετάβλητες.
Επισήμως, κυβερνητικός εκπρόσωπος απέφυγε να σχολιάσει τις διαρροές πριν από την προγραμματισμένη συνέντευξη Τύπου, ωστόσο υπουργοί είχαν ήδη προϊδεάσει ότι τα μέτρα θα κατευθυνθούν σε τομείς της οικονομίας που είναι περισσότερο εκτεθειμένοι στην κρίση.
Δημοσιονομικό ρίσκο έναντι πληθωριστικής πίεσης
Η κίνηση της Ισπανίας φωτίζει το δίλημμα που αντιμετωπίζουν σήμερα οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις: από τη μία, η ανάγκη να προστατευθούν πολίτες και επιχειρήσεις από την εκτίναξη των τιμών ενέργειας· από την άλλη, ο κίνδυνος επιβάρυνσης των δημόσιων οικονομικών σε μια περίοδο που τα επιτόκια παραμένουν υψηλά και οι αγορές εξετάζουν προσεκτικά κάθε δημοσιονομική χαλάρωση.
Η Μαδρίτη εμφανίζεται να ποντάρει σε έναν κρίσιμο παράγοντα: την υψηλή παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές. Υπουργοί έχουν επισημάνει ότι το ισπανικό ενεργειακό μείγμα, με σημαντικό μερίδιο ΑΠΕ, καθιστά τη χώρα λιγότερο εκτεθειμένη στις διακυμάνσεις των διεθνών τιμών πετρελαίου σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες. Αυτό δίνει ένα σχετικό «μαξιλάρι» για πιο στοχευμένες παρεμβάσεις χωρίς να εκτροχιάζεται άμεσα το ενεργειακό ισοζύγιο.
Ωστόσο, η επιλογή της δραστικής μείωσης έμμεσων φόρων –και δη σε προϊόντα με υψηλή κατανάλωση– ενέχει μακροπρόθεσμο κόστος για τα φορολογικά έσοδα. Το κατά πόσο η Ισπανία θα διατηρήσει αυτά τα μέτρα ως προσωρινά ή θα υποχρεωθεί, υπό κοινωνική πίεση, να τα παρατείνει, θα κρίνει και τη βιωσιμότητα της στρατηγικής της.
Μήνυμα προς Βρυξέλλες και υπόλοιπη Ευρώπη
Η ισπανική παρέμβαση στέλνει επίσης πολιτικό μήνυμα προς τις Βρυξέλλες και τις άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Σε ένα περιβάλλον γεωπολιτικής αστάθειας, με τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή να τροφοδοτεί νέο κύμα αβεβαιότητας στις αγορές ενέργειας, η Μαδρίτη δείχνει διατεθειμένη να κινηθεί γρήγορα και επιθετικά για να θωρακίσει την εσωτερική της οικονομία.
Για τις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ, η κίνηση αυτή μπορεί να λειτουργήσει ως σημείο αναφοράς: είτε ως παράδειγμα προς μίμηση για στοχευμένη μείωση έμμεσων φόρων στην ενέργεια, είτε ως προειδοποίηση για το δημοσιονομικό κόστος που συνεπάγονται τέτοιες αποφάσεις. Σε κάθε περίπτωση, η Ισπανία ανοίγει έναν νέο κύκλο συζήτησης για το πώς πρέπει να μοιραστεί το βάρος του ενεργειακού σοκ ανάμεσα σε κράτος, επιχειρήσεις και καταναλωτές.
Σχόλιο
: Η Ισπανία επιλέγει μια πολιτικά δημοφιλή αλλά δημοσιονομικά απαιτητική λύση, «καίγοντας» φορολογικά έσοδα για να σβήσει τη φωτιά του ενεργειακού πληθωρισμού. Αν οι τιμές ενέργειας παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα, η Ευρώπη θα αναγκαστεί να ξανασυζητήσει κοινά εργαλεία στήριξης, αλλιώς κάθε χώρα θα αυτοσχεδιάζει με κίνδυνο να διαταραχθεί η ισορροπία μεταξύ ανταγωνιστικότητας και δημοσιονομικής πειθαρχίας.






