Τα αποθέματα πετρελαίου σε πλωτές αποθήκες μειώνονται ταχύτατα λόγω του πολέμου στη Μέση Ανατολή. Η πιθανή άρση κυρώσεων στο ιρανικό πετρέλαιο μπορεί να αναδιατάξει την αγορά.
Η παγκόσμια αγορά πετρελαίου εισέρχεται σε μια ιδιαίτερα εύθραυστη φάση, καθώς τα αποθέματα που βρίσκονται σε πλωτές αποθήκες και μεταφέρονται μέσω θαλάσσης μειώνονται με ταχύ ρυθμό. Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή και οι σοβαρές διαταραχές στη ροή μέσω του Στενού του Ορμούζ, ενός από τους σημαντικότερους θαλάσσιους διαδρόμους για τις εξαγωγές ενέργειας και εμπορίου, περιορίζουν την προσφορά και εντείνουν τις πληθωριστικές πιέσεις διεθνώς.
Κατάρρευση των πλωτών αποθεμάτων και γεωπολιτικοί κίνδυνοι
Σύμφωνα με τα στοιχεία που μεταδίδει το Bloomberg, τα αποθέματα πετρελαίου σε πλωτές αποθήκες έχουν μειωθεί κατά περίπου 1,8 εκατ. βαρέλια ημερησίως από την έναρξη του πολέμου. Η συνολική ποσότητα εκτιμάται πλέον γύρω στα 78 εκατ. βαρέλια, όταν τον Νοέμβριο είχε αγγίξει επίπεδα-ρεκόρ, κοντά στα 140 εκατ. βαρέλια. Δηλαδή, σε λίγους μήνες έχει χαθεί σχεδόν η μισή «μαξιλάρα» ασφαλείας που παρείχαν τα συγκεκριμένα αποθέματα.
Ο περιορισμός της διακίνησης μέσω του Στενού του Ορμούζ, είτε λόγω στρατιωτικών επιχειρήσεων είτε λόγω αυξημένων ασφαλιστικών και ναυτιλιακών κινδύνων, αναγκάζει τις αγορές να στραφούν σε ήδη αποθηκευμένο πετρέλαιο για να καλύψουν τις ανάγκες. Αυτή η ταχεία απορρόφηση των πλωτών αποθεμάτων αυξάνει τη μεταβλητότητα και αφήνει την αγορά περισσότερο εκτεθειμένη σε νέα σοκ προσφοράς.
Ο ρόλος του ιρανικού πετρελαίου και το σενάριο για τις τιμές
Καθοριστικός παράγοντας για την εξέλιξη της κρίσης μπορεί να αποδειχθεί η στάση των ΗΠΑ έναντι του ιρανικού πετρελαίου που βρίσκεται ήδη σε πλωτές αποθήκες. Ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ έχει εισηγηθεί την άρση των κυρώσεων ειδικά για τις ποσότητες που είναι αποθηκευμένες σε δεξαμενόπλοια και μεταφέρονται μέσω θαλάσσης. Εάν η πρόταση εγκριθεί, ένα σημαντικό μέρος ιρανικού πετρελαίου θα μπορούσε να διοχετευθεί γρήγορα στην αγορά, προσφέροντας πρόσκαιρη ανακούφιση στην πλευρά της προσφοράς.
Ωστόσο, η ίδια αυτή κίνηση θα επιτάχυνε περαιτέρω τη μείωση των πλωτών αποθεμάτων, περιορίζοντας τον «αέρα» ασφαλείας για το επόμενο διάστημα. Η αγορά θα βρισκόταν τότε μπροστά σε ένα ιδιότυπο δίλημμα: βραχυπρόθεσμη αποκλιμάκωση της έντασης στις τιμές, αλλά με αντάλλαγμα ακόμη πιο περιορισμένα αποθέματα σε περίπτωση κλιμάκωσης του πολέμου ή νέων κυρώσεων.
Πιθανή εκτόξευση τιμών και επιπτώσεις για καταναλωτές και οικονομίες
Ήδη η τιμή του πετρελαίου έχει υπερβεί κατά πολύ το όριο των 100 δολαρίων το βαρέλι, επιβαρύνοντας το κόστος καυσίμων, μεταφορών και βιομηχανικής παραγωγής. Η Σαουδική Αραβία, κεντρικός παίκτης στην αγορά, προειδοποιεί ότι εάν οι διαταραχές στην προσφορά συνεχιστούν έως τα τέλη Απριλίου, η τιμή μπορεί να φθάσει ακόμη και τα 180 δολάρια το βαρέλι.
Ένα τέτοιο επίπεδο τιμών θα είχε βαθύτατες συνέπειες: αναζωπύρωση του πληθωρισμού, πίεση στα πραγματικά εισοδήματα νοικοκυριών, αύξηση του κόστους λειτουργίας για επιχειρήσεις και νέα επιβάρυνση στα δημοσιονομικά πολλών κρατών μέσω επιδοτήσεων ή φορολογικών παρεμβάσεων στα καύσιμα. Για εισαγωγικές οικονομίες, όπως οι ευρωπαϊκές, η εξάρτηση από τις θαλάσσιες ροές μέσω ευαίσθητων γεωπολιτικά σημείων, αναδεικνύει εκ νέου την ανάγκη διαφοροποίησης πηγών ενέργειας και επιτάχυνσης της ενεργειακής μετάβασης.
Σχόλιο
: Η ταχεία αποστράγγιση των πλωτών αποθεμάτων δείχνει ότι η αγορά πετρελαίου καίει ήδη «ρεζέρβα». Αν ο γεωπολιτικός κίνδυνος στη Μέση Ανατολή δεν αποκλιμακωθεί άμεσα, η ισορροπία προσφοράς-ζήτησης μπορεί να σπάσει βίαια, με τις τιμές να λειτουργούν ως βασικός μηχανισμός «δελτίου» στην κατανάλωση. Για κυβερνήσεις και κεντρικές τράπεζες, η εξίσωση γίνεται εκρηκτική: διατήρηση της κοινωνικής συνοχής μέσω μέτρων στήριξης, χωρίς εκτροχιασμό πληθωρισμού και ελλειμμάτων – μια άσκηση υψηλού βαθμού δυσκολίας.






