Η νέα εκδοχή του «Φρανκενστάιν» από τον Γκιγιέρμο ντελ Τόρο επανανοηματοδοτεί το κλασικό έργο ως σχόλιο στη βία και την οικογένεια. Παρά τον εντυπωσιακό καλλιτεχνικό του αντίκτυπο, παραμένει αουτσάιντερ για το Όσκαρ καλύτερης ταινίας.
Η νέα κινηματογραφική μεταφορά του «Φρανκενστάιν» από τον Γκιγιέρμο ντελ Τόρο επιχειρεί κάτι περισσότερο από μια ακόμη γοτθική αναβίωση. Ο Μεξικανός δημιουργός, γνωστός για την εμμονή του να «ανθρωποποιεί» τα τέρατα, χρησιμοποιεί το κλασικό μυθιστόρημα της Μέρι Σέλεϊ ως όχημα για μια σύγχρονη, βαθιά συναισθηματική ανάγνωση πάνω στην οικογενειακή διάρρηξη, την κακοποίηση και τη δυνατότητα της συγχώρεσης.
Από το γοτθικό τρόμο στην ψυχολογική αλληγορία
Η ταινία συνδυάζει τρόμο, επιστημονική φαντασία και μελόδραμα σε μια οπτικά επιβλητική ανασύσταση του γνωστού μύθου. Ο Όσκαρ Αϊζακ υποδύεται τον εκκεντρικό επιστήμονα Βίκτορ Φρανκενστάιν, ο οποίος συναρμολογεί από κομμάτια νεκρών σωμάτων το Πλάσμα, με τον Τζέικομπ Ελορντι να χάνεται κάτω από ώρες προσθετικού μακιγιάζ για να ενσαρκώσει μια φιγούρα περισσότερο πένθιμη και μελαγχολική παρά αποκρουστική.
Η αισθητική υπογραφή του ντελ Τόρο είναι πανταχού παρούσα: σκοτεινά, ημιφωτισμένα δωμάτια σε παρακμασμένα αρχοντικά, σκηνές με διαμελισμένα σώματα, αλλά και εντυπωσιακές ενδυματολογικές παρεμβάσεις. Η Μία Γκοθ, ως Ελίζαμπεθ, η αρραβωνιαστικιά του αδελφού του Βίκτορ, λειτουργεί ως μοναδική φωτεινή παρουσία στο μουντό, βροχερό σύμπαν της ταινίας, με τα εντομο-εμπνευσμένα φορέματά της να προσφέρουν τις ελάχιστες πινελιές χρώματος – στοιχείο που αναμένεται να φέρει και ισχυρή υποψηφιότητα στα Όσκαρ κοστουμιών.
Τοξική αρρενωπότητα και γενεαλογικό τραύμα στο επίκεντρο
Πέρα από το φιλμικό περιτύλιγμα, ο ντελ Τόρο μετατοπίζει το βάρος από την ύβρη της επιστήμης στη βία της πατριαρχικής ανατροφής. Ο Βίκτορ παρουσιάζεται ως ενσάρκωση της τοξικής αρρενωπότητας, ένας άνδρας που, πληγωμένος ο ίδιος, αναπαράγει την κακοποίηση και καταστρέφει όσους τον περιβάλλουν. Το Πλάσμα, ηθικά διφορούμενο στη λογοτεχνική εκδοχή, εδώ γίνεται ξεκάθαρα πιο συμπαθής φιγούρα: ευαίσθητο, συμπονετικό, απελπισμένα διψασμένο για αποδοχή από τον δημιουργό του.
Η ερμηνεία του Ελορντι, ο οποίος είναι υποψήφιος για Όσκαρ β΄ ανδρικού ρόλου, αποτυπώνει με λεπτότητα το μείγμα παιδικής λαχτάρας και οργής ενός εγκαταλελειμμένου παιδιού. Ο Αϊζακ προσθέτει νευρική ένταση στον ναρκισσιστικό επιστήμονα, ενώ η Γκοθ δίνει τραγικό βάθος σε έναν χαρακτήρα που έλκεται από την τρυφερότητα του Πλάσματος, κόντρα στα στερεότυπα του φόβου.
Η ακαδημία, τα είδη και οι πιθανότητες για Όσκαρ
Παρά τις εννέα υποψηφιότητες, η απουσία του ντελ Τόρο από την κατηγορία σκηνοθεσίας θεωρείται ηχηρό χαστούκι και σοβαρό εμπόδιο για τη διεκδίκηση του Όσκαρ καλύτερης ταινίας. Ιστορικά, μόλις έξι φιλμ έχουν κατακτήσει το μεγάλο βραβείο χωρίς αντίστοιχη υποψηφιότητα σκηνοθεσίας, γεγονός που επιβεβαιώνει την παραδοσιακή επιφυλακτικότητα της Ακαδημίας απέναντι σε υβρίδια φαντασίας, τρόμου και sci-fi.
Ο ντελ Τόρο έχει ήδη καταφέρει το 2018, με τη «Μορφή του Νερού», να σπάσει το άτυπο αυτό εμπάργκο, ενώ η βράβευση του «Πινόκιο» του στην κατηγορία κινουμένων σχεδίων ενίσχυσε το κύρος του εντός Χόλιγουντ. Ωστόσο, η φετινή «ψυχρότερη» στάση της Ακαδημίας δείχνει ότι ο «Φρανκενστάιν» αντιμετωπίζεται ως ιδιόρρυθμο, εν μέρει περιθωριακό στοίχημα, παρά ως ασφαλής επιλογή για το μεγάλο βραβείο.
Παρόλα αυτά, η ταινία συμπυκνώνει όλα όσα έχουν καταστήσει τον ντελ Τόρο ξεχωριστή φωνή του σύγχρονου σινεμά: ικανότητα να αναπνέει νέα ζωή σε κλασικά αφηγήματα, εμμονή με τα τέρατα ως καθρέφτες της ανθρώπινης ευαλωτότητας και μια σχεδόν παιδική πίστη στη μαγεία της κινηματογραφικής εικόνας.
Σχόλιο
: Ο «Φρανκενστάιν» του ντελ Τόρο λειτουργεί ως τεστ αντοχής για τα ίδια τα Όσκαρ: αν η Ακαδημία επιθυμεί να αποτινάξει οριστικά την προκατάληψη απέναντι στα είδη φαντασίας και να επιβραβεύσει σινεμά που συνδυάζει θεαματικότητα με ουσιαστικό κοινωνικό σχόλιο, η ταινία αυτή προσφέρει ένα ιδανικό –έστω και ριψοκίνδυνο– όχημα. Αν επικρατήσουν ξανά οι «ασφαλείς» επιλογές, το μήνυμα θα είναι ότι η θεσμική ανανέωση του Χόλιγουντ παραμένει ημιτελής.






