Ισχυρό πρωτογενές πλεόνασμα σχεδόν 3 δισ. ευρώ καταγράφει ο προϋπολογισμός στο δίμηνο, με αιχμή τη συγκράτηση δαπανών. Η υστέρηση στα ενεργειακά φορολογικά έσοδα και οι χαμηλές επενδυτικές πληρωμές σκιαγραφούν όμως εύθραυστη εικόνα.
Ισχυρό πρωτογενές πλεόνασμα ύψους 2,99 δισ. ευρώ εμφάνισε ο κρατικός προϋπολογισμός στο δίμηνο Ιανουαρίου–Φεβρουαρίου 2026, ξεπερνώντας τον στόχο κατά περίπου 1 δισ. ευρώ. Το συνολικό ισοζύγιο του κρατικού προϋπολογισμού διαμορφώθηκε σε πλεόνασμα 898 εκατ. ευρώ, έναντι στόχου για έλλειμμα 97 εκατ. ευρώ και πλεονάσματος 709 εκατ. ευρώ την αντίστοιχη περίοδο του 2025.
Πλεόνασμα από «σφιχτές» δαπάνες, όχι από ισχυρά έσοδα
Η υπεραπόδοση του πρωτογενούς αποτελέσματος στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά στη συγκράτηση των δαπανών. Οι συνολικές δαπάνες ανήλθαν σε 11,09 δισ. ευρώ, χαμηλότερα κατά 1,12 δισ. ευρώ από τον στόχο, κυρίως λόγω ετεροχρονισμού πληρωμών: 126 εκατ. ευρώ σε εξοπλιστικά, 591 εκατ. ευρώ στο Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων (ΠΔΕ) και 200 εκατ. ευρώ σε λοιπές κεφαλαιακές ενισχύσεις. Οι επενδυτικές δαπάνες ειδικότερα περιορίστηκαν στα 875 εκατ. ευρώ, 906 εκατ. ευρώ κάτω από τον στόχο και κατά 464 εκατ. ευρώ χαμηλότερες έναντι του 2025, εξέλιξη που βελτιώνει βραχυπρόθεσμα το ταμειακό αποτέλεσμα αλλά επιβαρύνει τη δυναμική ανάπτυξης.
Στην πλευρά των εσόδων, η εικόνα είναι σαφώς πιο αδύναμη. Τα καθαρά έσοδα του κρατικού προϋπολογισμού έφτασαν τα 11,99 δισ. ευρώ, με υστέρηση 127 εκατ. ευρώ έναντι στόχου. Τα φορολογικά έσοδα, εξαιρουμένης της επίδρασης της σύμβασης παραχώρησης της Εγνατίας Οδού, διαμορφώθηκαν σε 11,47 δισ. ευρώ, 3,3% ή 386 εκατ. ευρώ κάτω από τον στόχο, λόγω κυρίως μειωμένων εισπράξεων από φόρους στα ενεργειακά προϊόντα (ΕΦΚ και ΦΠΑ) κατά 286 εκατ. ευρώ.
Ο ρόλος της Εγνατίας και τα σήματα από ΦΠΑ και φόρους εισοδήματος
Η ολοκλήρωση της σύμβασης παραχώρησης της Εγνατίας Οδού επηρέασε έντονα τη σύνθεση των εσόδων, χωρίς όμως να αλλάζει ουσιαστικά το δημοσιονομικό αποτέλεσμα. Ποσό 306 εκατ. ευρώ ΦΠΑ επί του τιμήματος καταγράφηκε αρχικά ως φόρος και επιστροφή φόρου και στη συνέχεια ως έσοδο από «Πωλήσεις αγαθών και υπηρεσιών», δημιουργώντας λογιστικό θόρυβο αλλά όχι καθαρό όφελος.
Πιο υγιή εικόνα εμφανίζει ο ΦΠΑ: τα έσοδα ανήλθαν σε 5,49 δισ. ευρώ και, αν αφαιρεθεί η Εγνατία, υπερέβησαν τον στόχο κατά 45 εκατ. ευρώ, ένδειξη ανθεκτικής κατανάλωσης ή/και βελτιωμένης συμμόρφωσης. Αντίθετα, οι ειδικοί φόροι κατανάλωσης (ΕΦΚ) υποχώρησαν στα 869 εκατ. ευρώ, 223 εκατ. ευρώ κάτω από τον στόχο, αντανακλώντας είτε χαμηλότερη κατανάλωση καυσίμων λόγω τιμών και εξοικονόμησης, είτε μετατόπιση στη φοροδιαφυγή.
Οι φόροι εισοδήματος συνολικά ανήλθαν σε 4,39 δισ. ευρώ, 90 εκατ. ευρώ χαμηλότερα του στόχου. Ενδιαφέρον έχει η αντίρροπη κίνηση: ο φόρος εισοδήματος φυσικών προσώπων είναι αυξημένος κατά 83 εκατ. ευρώ, ενώ ο φόρος εισοδήματος νομικών προσώπων και οι λοιποί φόροι εισοδήματος υπολείπονται του στόχου κατά 84 και 89 εκατ. ευρώ αντίστοιχα, στοιχείο που μπορεί να υποδηλώνει πίεση στην κερδοφορία επιχειρήσεων ή μεταθέσεις υποχρεώσεων.
Αφαιρώντας τις μεταθέσεις πληρωμών που δεν επηρεάζουν το αποτέλεσμα της Γενικής Κυβέρνησης, η πραγματική υπέρβαση του πρωτογενούς αποτελέσματος έναντι των στόχων περιορίζεται σε μόλις 117 εκατ. ευρώ. Υπενθυμίζεται επίσης ότι τα στοιχεία αφορούν την Κεντρική Διοίκηση και όχι το σύνολο της Γενικής Κυβέρνησης, όπου προστίθενται ΟΤΑ, ΟΚΑ και λοιπά νομικά πρόσωπα.
Σχόλιο
: Το ισχυρό πλεόνασμα στο δίμηνο είναι περισσότερο προϊόν «λογιστικής πειθαρχίας» και μεταθέσεων δαπανών, παρά ένδειξη διαρκούς φορολογικής υπεραπόδοσης. Η υστέρηση στα ενεργειακά έσοδα και στις επενδυτικές δαπάνες δείχνει ότι η επίτευξη των ετήσιων στόχων θα κριθεί από την ικανότητα της κυβέρνησης να αυξήσει απορρόφηση ΠΔΕ και να στηρίξει την πραγματική οικονομία, χωρίς να διαταράξει τη δημοσιονομική ισορροπία.
#προϋπολογισμός #πρωτογενές_πλεόνασμα #δημοσιονομικά #φορολογικά_έσοδα #ΠΔΕ






