Καθώς ο πόλεμος μπαίνει στην 28η ημέρα, η εικόνα παραμένει αντιφατική και επικίνδυνη. Ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε ότι αναβάλλει για ακόμη 10 ημέρες τα σχεδιαζόμενα πλήγματα κατά των ιρανικών ενεργειακών εγκαταστάσεων, μεταφέροντας το νέο deadline για τις 6 Απριλίου στις 8 μ.μ. ώρα Ανατολικής Ακτής. Ο ίδιος υποστηρίζει ότι οι συνομιλίες «πηγαίνουν πολύ καλά». Η Τεχεράνη, όμως, βλέπει μια εντελώς διαφορετική πραγματικότητα: απορρίπτει το αμερικανικό σχέδιο ως «μονόπλευρο και άδικο» και δηλώνει ότι οι συνεχιζόμενοι βομβαρδισμοί αποδεικνύουν πως η Ουάσιγκτον δεν διαπραγματεύεται σοβαρά.
Αυτή είναι η κεντρική αντίφαση της παρούσας φάσης. Στο πολιτικό επίπεδο, οι ΗΠΑ θέλουν να περάσουν το μήνυμα ότι υπάρχει δρόμος εξόδου. Στο στρατιωτικό επίπεδο, όμως, τα πλήγματα όχι μόνο δεν σταματούν αλλά εντείνονται. Ισραηλινές επιδρομές έπληξαν ξανά υποδομές «στην καρδιά της Τεχεράνης», ενώ οι επιθέσεις μέσα στο Ιράν συνεχίζονται με αυξημένη ένταση. Την ίδια ώρα, ιρανικά πλήγματα με πυραύλους και drones εξακολουθούν να στοχεύουν το Ισραήλ και κράτη του Κόλπου. Το αποτέλεσμα είναι ότι η διπλωματία προβάλλεται δημόσια, αλλά στο πεδίο κυριαρχεί η λογική της κλιμάκωσης.
Μέσα στο Ιράν, η εικόνα είναι αυτή μιας χώρας που συνεχίζει να δέχεται πολύ βαριά πίεση αλλά δεν δείχνει διατεθειμένη να αποδεχθεί συμφωνία υπό αμερικανικούς όρους. Οι ιρανικές αρχές θεωρούν ότι το αμερικανικό σχέδιο ζητά ουσιαστικά εγκατάλειψη κρίσιμων αμυντικών και στρατηγικών δυνατοτήτων με αντάλλαγμα αόριστες υποσχέσεις για μερική χαλάρωση κυρώσεων. Γι’ αυτό και το χαρακτηρίζουν «one-sided». Το μήνυμα από την Τεχεράνη είναι ότι η πόρτα της διπλωματίας δεν έχει κλείσει οριστικά, αλλά για να ανοίξει θα πρέπει η Ουάσιγκτον να εγκαταλείψει τη λογική του τελεσιγράφου.
Ταυτόχρονα, η ιρανική διαπραγματευτική γραμμή εμφανίζεται πιο σκληρή από ό,τι στην αρχή του πολέμου. Το Ιράν ζητά αποζημιώσεις για τις ζημιές του πολέμου, σαφείς εγγυήσεις ότι δεν θα δεχθεί νέα επίθεση, και διατήρηση της κυριαρχίας του στο Στενό του Ορμούζ. Αυτές οι απαιτήσεις δεν είναι διακοσμητικές. Είναι η βάση πάνω στην οποία η Τεχεράνη επιχειρεί να μετατρέψει το στρατιωτικό και ενεργειακό leverage σε πολιτικό κέρδος. Και εδώ ακριβώς βρίσκεται το πρόβλημα για την αμερικανική πλευρά: οι βασικές ιρανικές απαιτήσεις είναι πολύ δύσκολο να γίνουν αποδεκτές από τον Λευκό Οίκο και σχεδόν αδύνατο να γίνουν ανεκτές από τους συμμάχους των ΗΠΑ στον Κόλπο.
Ο ρόλος των διαμεσολαβητών έχει ενισχυθεί σημαντικά. Το Πακιστάν, η Τουρκία και η Αίγυπτος έχουν αναλάβει να μεταφέρουν μηνύματα ανάμεσα στις δύο πλευρές, ενώ το Ισλαμαμπάντ εμφανίζεται πλέον ως ο πιο ενεργός πιθανός host για μια ενδεχόμενη συνάντηση. Υπάρχουν πληροφορίες ότι εξετάζεται ακόμη και φυσική συνάντηση υψηλού επιπέδου μέσα στο Σαββατοκύριακο, ωστόσο τίποτα δεν έχει οριστικοποιηθεί. Το βασικό δεδομένο είναι ότι η διπλωματία λειτουργεί σήμερα μόνο μέσω backchannels και τρίτων χωρών. Δεν υπάρχει καμία ένδειξη πραγματικής, άμεσης, θεσμικής διαπραγμάτευσης με καθαρό πλαίσιο και agreed roadmap.
Στον Περσικό Κόλπο, η κατάσταση παραμένει εξαιρετικά εύφλεκτη. Οι επιθέσεις και οι αναχαιτίσεις πυραύλων και drones έχουν γίνει σχεδόν καθημερινότητα. Στο Άμπου Ντάμπι, θραύσματα από αναχαίτιση προκάλεσαν θανάτους και τραυματισμούς, ενώ το Κουβέιτ και άλλες χώρες της περιοχής βρίσκονται ουσιαστικά σε μόνιμο καθεστώς συναγερμού. Αυτό σημαίνει ότι η κρίση δεν αφορά πια μόνο τον άξονα ΗΠΑ–Ιράν–Ισραήλ. Έχει μετατραπεί σε περιφερειακή σύγκρουση που φθείρει πολιτικά, επιχειρησιακά και οικονομικά ολόκληρο τον Κόλπο.
Στο αμερικανικό εσωτερικό, το κόστος γίνεται όλο και πιο βαρύ. Η παράταση της κρίσης πιέζει τις στρατιωτικές προμήθειες, με την κυβέρνηση να εξετάζει ακόμη και ανακατεύθυνση αντιαεροπορικών αναχαιτιστών που προορίζονταν για την Ουκρανία προς τη Μέση Ανατολή. Αυτό από μόνο του δείχνει ότι ο πόλεμος με το Ιράν δεν είναι ένα «περιορισμένο επεισόδιο» αλλά μια σύγκρουση που αρχίζει να επηρεάζει ευρύτερες δυτικές προτεραιότητες ασφαλείας. Παράλληλα, οι δημοσκοπήσεις επιβαρύνουν τον Τραμπ, καθώς η αύξηση των τιμών καυσίμων μετατρέπεται σε άμεσο πολιτικό πρόβλημα. Όταν η ενέργεια ακριβαίνει, η υποστήριξη σε πολεμικές πρωτοβουλίες πέφτει. Και στην παρούσα φάση αυτό ακριβώς συμβαίνει.
Στο Ισραήλ, η κατάσταση επίσης περιπλέκεται. Οι ένοπλες δυνάμεις ζητούν περισσότερους στρατιώτες για το νότιο Λίβανο, όπου οι συγκρούσεις με τη Χεζμπολάχ βαθαίνουν, ενώ η πολιτική αντιπολίτευση κατηγορεί την κυβέρνηση ότι οδηγεί τη χώρα σε πολυμέτωπο πόλεμο χωρίς επαρκή στρατηγική και χωρίς επαρκές ανθρώπινο δυναμικό. Οι απώλειες στο μέτωπο του Λιβάνου και η παρατεταμένη έκθεση στα ιρανικά πυραυλικά χτυπήματα συντηρούν την εικόνα ενός πολέμου που συνεχίζεται, αλλά δεν κερδίζεται καθαρά.
Στο μέτωπο του Ιράκ και του Λιβάνου, τα πράγματα δεν ηρεμούν αλλά αγριεύουν. Αμερικανικά πλήγματα σε ιρακινές βάσεις, ισραηλινές επιθέσεις στα νότια προάστια της Βηρυτού και φόβοι για de facto προσάρτηση περιοχών νότια του ποταμού Λιτάνι συνθέτουν μια εικόνα σταδιακής επέκτασης της σύγκρουσης. Όσο περισσότερο ανοίγουν τα μέτωπα, τόσο δυσκολότερο γίνεται να παρουσιαστεί η όποια ενδεχόμενη συμφωνία ως «σταθερή λύση». Γιατί σε τέτοιες συνθήκες, ακόμη και αν υπάρξει κάποιο χαρτί συμφωνίας, το operational spillover μπορεί να το ακυρώσει μέσα σε λίγες ώρες.
Στο ενεργειακό επίπεδο, η αγορά πήρε μια ανάσα από την ανακοίνωση της 10ήμερης παράτασης, αλλά η ουσία δεν άλλαξε. Το risk premium παραμένει υψηλό, επειδή το βασικό πρόβλημα –η λειτουργία του Στενού του Ορμούζ– δεν έχει λυθεί. Οι τιμές του πετρελαίου υποχώρησαν βραχυπρόθεσμα ακριβώς επειδή η αγορά αγόρασε χρόνο, όχι επειδή πείστηκε ότι έρχεται ειρήνη. Το oil market ακούει το headline, αλλά τιμολογεί τη διάρκεια. Και όσο το Ορμούζ παραμένει αβέβαιο, οι τιμές θα παραμένουν νευρικές.
Αυτό είναι και το μεγάλο συμπέρασμα της 28ης ημέρας. Η αμερικανική πλευρά κερδίζει χρόνο. Η ιρανική πλευρά διατηρεί leverage. Οι διαμεσολαβητές προσπαθούν να χτίσουν γέφυρα. Αλλά το πεδίο συνεχίζει να καίγεται. Και όσο οι στρατιωτικές επιχειρήσεις τρέχουν παράλληλα με τις «συνομιλίες», τόσο πιο πιθανό είναι ότι η διπλωματία λειτουργεί όχι ως λύση, αλλά ως προσωρινή αναβολή μιας ακόμη μεγαλύτερης απόφασης.
SBC Analysis
Η 10ήμερη παράταση δεν είναι breakthrough.
Είναι tactical pause.
Ο Τραμπ θέλει να δείξει ότι υπάρχει πρόοδος.
Το Ιράν θέλει να δείξει ότι δεν διαπραγματεύεται υπό πίεση.
Οι διαμεσολαβητές θέλουν να αποφύγουν γενικευμένη έκρηξη.
Το μόνο σίγουρο είναι ότι ο πόλεμος συνεχίζεται.
Και όταν ο πόλεμος συνεχίζεται, το “talks are going very well” είναι περισσότερο αφήγημα παρά αποτέλεσμα.







