Παρά τις δηλώσεις περί στρατιωτικής επικράτησης από την Ουάσιγκτον και το Τελ Αβίβ, η σύγκρουση με το Ιράν εξελίσσεται σε έναν πόλεμο φθοράς με απρόβλεπτες συνέπειες για την παγκόσμια οικονομία, τις αγορές ενέργειας και τη ναυτιλία.
Η Τεχεράνη, αντιμέτωπη με την τεχνολογική και στρατιωτική υπεροχή των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ, έχει επιλέξει μια διαφορετική στρατηγική: τον ασύμμετρο πόλεμο.
Πρόκειται για μια μορφή σύγκρουσης όπου η πιο αδύναμη στρατιωτικά πλευρά δεν επιχειρεί να ανταγωνιστεί τον αντίπαλο με συμβατικά μέσα, αλλά χρησιμοποιεί εναλλακτικές τακτικές για να αυξήσει το κόστος του πολέμου και να φθείρει σταδιακά τον αντίπαλο.
Και όπως δείχνουν οι εξελίξεις των τελευταίων ημερών, αυτή η στρατηγική ήδη επηρεάζει την παγκόσμια γεωοικονομία.
Τι είναι ο ασύμμετρος πόλεμος
Σε μια σύγκρουση όπου υπάρχει μεγάλη ανισορροπία στρατιωτικής ισχύος, η ασθενέστερη πλευρά επιλέγει μη συμβατικές μεθόδους πολέμου.
Αυτές μπορεί να περιλαμβάνουν επιθέσεις με φθηνά drones, κυβερνοεπιθέσεις, χτυπήματα σε ενεργειακές υποδομές, επιθέσεις μέσω συμμαχικών οργανώσεων ή παρεμβάσεις σε κρίσιμες οικονομικές δομές.
Η λογική είναι απλή: αντί να αντιμετωπίσει απευθείας τον αντίπαλο, ο στόχος είναι να εκμεταλλευτεί τα τρωτά σημεία του και να αυξήσει το κόστος της σύγκρουσης.
Το Ιράν έχει ενσωματώσει αυτή τη λογική στο κέντρο της στρατηγικής του εδώ και δεκαετίες.
Ο πόλεμος κόστους
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι η χρήση drones.
Ένα ιρανικό drone τύπου Shahed μπορεί να κοστίζει περίπου 20.000 έως 35.000 δολάρια. Αντίθετα, ένα αναχαιτιστικό βλήμα συστημάτων Patriot ή THAAD μπορεί να κοστίζει εκατομμύρια δολάρια.
Με απλά λόγια: ο αμυνόμενος αναγκάζεται να ξοδεύει πολλαπλάσια χρήματα για να αντιμετωπίσει μια πολύ φθηνότερη απειλή.
Αυτή η οικονομική ανισορροπία αποτελεί βασικό στοιχείο της ιρανικής στρατηγικής φθοράς.
Ήδη εκτιμήσεις από αμερικανικά στρατιωτικά κέντρα αναφέρουν ότι το κόστος των επιχειρήσεων για τις Ηνωμένες Πολιτείες μπορεί να φτάνει έως και τα 1-2 δισεκατομμύρια δολάρια την ημέρα.
Το πεδίο της οικονομίας
Η στρατηγική της Τεχεράνης δεν περιορίζεται στο στρατιωτικό επίπεδο.
Το Ιράν έχει επιχειρήσει να μεταφέρει τη σύγκρουση στο πεδίο της οικονομίας.
Το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, από όπου περνά περίπου το 20% της παγκόσμιας διακίνησης πετρελαίου και φυσικού αερίου, έχει ήδη προκαλέσει έντονες διακυμάνσεις στις τιμές ενέργειας.
Η άνοδος της τιμής του πετρελαίου πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι έχει προκαλέσει ανησυχία για νέα ενεργειακή κρίση και πληθωριστικές πιέσεις στην παγκόσμια οικονομία.
Παράλληλα, οι επιθέσεις σε ενεργειακές εγκαταστάσεις και δεξαμενόπλοια αυξάνουν τον κίνδυνο για τις διεθνείς θαλάσσιες μεταφορές.
Για την παγκόσμια ναυτιλία –και ιδιαίτερα για τον ελληνικό στόλο– αυτό μεταφράζεται σε υψηλότερα ασφάλιστρα κινδύνου και σημαντική αναστάτωση στις θαλάσσιες εμπορικές ροές.
Ο ρόλος των συμμάχων και των οργανώσεων
Ένα ακόμα βασικό στοιχείο της ιρανικής στρατηγικής είναι η χρήση συμμαχικών οργανώσεων στη Μέση Ανατολή.
Οργανώσεις όπως η Χεζμπολάχ στον Λίβανο, οι σιιτικές πολιτοφυλακές στο Ιράκ και οι Χούθι στην Υεμένη λειτουργούν ως πολλαπλασιαστές ισχύος για την Τεχεράνη.
Μέσω αυτών των δικτύων, το Ιράν μπορεί να ανοίγει πολλαπλά μέτωπα πίεσης εναντίον των αντιπάλων του χωρίς να εμπλέκει άμεσα τις δικές του ένοπλες δυνάμεις.
Η στρατηγική αυτή δημιουργεί ένα πολύπλοκο πεδίο σύγκρουσης που εκτείνεται από τη Μεσόγειο έως τον Περσικό Κόλπο.
Η στρατηγική φθοράς
Αναλυτές εκτιμούν ότι το Ιράν δεν επιδιώκει μια καθαρή στρατιωτική νίκη απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες ή το Ισραήλ.
Ο στόχος είναι διαφορετικός: να παρατείνει τη σύγκρουση, να αυξήσει το οικονομικό και πολιτικό κόστος για τους αντιπάλους του και να δοκιμάσει την αντοχή των κοινωνιών τους.
Σε αυτό το μοντέλο πολέμου, η νίκη δεν προκύπτει από μια αποφασιστική μάχη αλλά από τη σταδιακή εξάντληση του αντιπάλου.
Τα όρια της στρατηγικής
Παρά την αποτελεσματικότητα ορισμένων από αυτές τις τακτικές, το Ιράν αντιμετωπίζει και σημαντικούς περιορισμούς.
Οι στοχευμένες επιθέσεις από τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ έχουν πλήξει κρίσιμες στρατιωτικές και πυραυλικές υποδομές.
Παράλληλα, το καθεστώς της Τεχεράνης αντιμετωπίζει οικονομικές πιέσεις από τις διεθνείς κυρώσεις αλλά και εσωτερικές κοινωνικές εντάσεις.
Η ασύμμετρη στρατηγική μπορεί να παρατείνει τη σύγκρουση και να αυξήσει το κόστος για τους αντιπάλους, όμως δεν εγγυάται στρατιωτική κυριαρχία.
Ο πραγματικός στόχος της Τεχεράνης
Στην πραγματικότητα, το Ιράν φαίνεται να επιδιώκει κάτι πιο ρεαλιστικό: την επιβίωση του καθεστώτος και τη διατήρηση μιας ικανότητας αποτροπής απέναντι στους αντιπάλους του.
Αν αυτή η στρατηγική επιτύχει, η σύγκρουση μπορεί να εξελιχθεί σε έναν μακροχρόνιο «σκιώδη πόλεμο» που θα επηρεάζει όχι μόνο τη Μέση Ανατολή αλλά και τις παγκόσμιες αγορές.
Και σε έναν κόσμο όπου η ενέργεια, το εμπόριο και η ναυτιλία αποτελούν βασικούς πυλώνες της οικονομίας, οι συνέπειες αυτής της σύγκρουσης μπορεί να αποδειχθούν πολύ πιο ευρείες από το ίδιο το πεδίο της μάχης.







