Λονδίνο και Βρυξέλλες εξετάζουν μια στοχευμένη «επανεκκίνηση» της σχέσης μετά το Brexit, με έμφαση στην οικονομία και τη νεολαία. Το ερώτημα είναι αν μπορεί να υπάρξει ουσιαστική σύγκλιση χωρίς επιστροφή στην ΕΕ.
Σχεδόν μία δεκαετία μετά το δημοψήφισμα του 2016, η σχέση Ηνωμένου Βασιλείου – Ευρωπαϊκής Ένωσης εισέρχεται σε φάση αναθεώρησης. Παρά το βάρος που ασκούν ο πόλεμος στο Ιράν και οι ευρύτερες γεωοικονομικές πιέσεις, Λονδίνο και Βρυξέλλες διερευνούν μια στοχευμένη «επανεκκίνηση» της μετα-Brexit αρχιτεκτονικής, με στόχο τη μείωση του κόστους για καταναλωτές και επιχειρήσεις και την αποκατάσταση πρακτικών δεσμών που διαρρήχθηκαν τα προηγούμενα χρόνια.
Η στρατηγική Στάρμερ για ευθυγράμμιση χωρίς επιστροφή
Ο πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου Κιρ Στάρμερ έχει αναθέσει στους υπουργούς του την αποστολή να διαπραγματευθούν ένα «reset» που δεν αμφισβητεί την έξοδο από την ΕΕ, αλλά επαναπροσδιορίζει τους όρους συνεργασίας. Στον πυρήνα της προσέγγισης βρίσκεται η μερική ευθυγράμμιση τμημάτων της βρετανικής οικονομίας με το ρυθμιστικό πλαίσιο της ΕΕ, προκειμένου να μειωθούν τα εμπόδια στο εμπόριο, να περιοριστεί η γραφειοκρατία για τις επιχειρήσεις και, τελικά, να συγκρατηθούν οι τιμές.
Καθοριστικό ρόλο σε αυτή τη διαδικασία διαδραματίζει ο υπουργός της κυβέρνησης και στενός συνεργάτης του Στάρμερ, Νικ Τόμας-Σίμοντς, ο οποίος έχει πολλαπλασιάσει τα ταξίδια του στις Βρυξέλλες. Στόχος του είναι να διαμορφώσει μέχρι το καλοκαίρι ένα πακέτο συμφωνιών που θα μπορεί να παρουσιαστεί ως χειροπιαστό όφελος για νοικοκυριά και επιχειρήσεις, χωρίς να ανοίξει εκ νέου το ιδεολογικά φορτισμένο ζήτημα της πλήρους επανένταξης στην ενιαία αγορά.
Νεολαία, κινητικότητα και κρίσιμες οικονομικές ρυθμίσεις
Ένα από τα πιο πολιτικά ευαίσθητα και συμβολικά πεδία είναι η κινητικότητα των νέων. Το Λονδίνο επιδιώκει μια ειδική συμφωνία νεανικής κινητικότητας, που θα επιτρέπει σε Βρετανούς και πολίτες της ΕΕ να σπουδάζουν, να εργάζονται ή να αποκτούν επαγγελματική εμπειρία εκατέρωθεν με λιγότερα διοικητικά εμπόδια. Μια τέτοια ρύθμιση θα απαντούσε στις έντονες αντιδράσεις της νέας γενιάς για την απώλεια ευκαιριών που πρόσφερε η ελεύθερη κυκλοφορία πριν το Brexit.
Παράλληλα, συζητείται στενότερη ευθυγράμμιση σε επιλεγμένους κλάδους της οικονομίας – από τη βιομηχανία και τις υπηρεσίες μέχρι πιθανώς τμήματα του χρηματοπιστωτικού τομέα – ώστε να μειωθούν οι διπλοί έλεγχοι, οι αποκλίνοντες κανόνες και οι καθυστερήσεις στα σύνορα. Ωστόσο, οι διαπραγματεύσεις είναι περίπλοκες: η ΕΕ θέλει να αποφύγει την «επιλεκτική» πρόσβαση στα οφέλη της ενιαίας αγοράς χωρίς αντίστοιχες δεσμεύσεις, ενώ το Λονδίνο πρέπει να διαχειριστεί εσωτερικές πολιτικές αντιστάσεις κάθε φορά που ακούγεται η λέξη «ευθυγράμμιση».
Το αν αυτή η προσπάθεια επανεκκίνησης θα καταλήξει σε μια συνεκτική συμφωνία ή θα σκοντάψει σε ιδεολογικές και τεχνικές διαφορές, θα κρίνει σε μεγάλο βαθμό το πώς θα διαμορφωθεί η σχέση Ηνωμένου Βασιλείου – ΕΕ για την επόμενη δεκαετία. Για τις ευρωπαϊκές αγορές αλλά και για χώρες όπως η Ελλάδα, ένα πιο σταθερό και προβλέψιμο πλαίσιο συνεργασίας θα μπορούσε να περιορίσει την αβεβαιότητα στο εμπόριο, στις επενδύσεις και στον τουρισμό.
Σχόλιο
: Το «reset» του Brexit δεν είναι τεχνική άσκηση αλλά πολιτική εξίσωση: το Λονδίνο αναζητά οικονομικά οφέλη χωρίς να παραδεχθεί στρατηγικό λάθος, ενώ η ΕΕ προσπαθεί να βελτιώσει τη συνεργασία χωρίς να δημιουργήσει προηγούμενο «Brexit à la carte». Η ισορροπία ανάμεσα σε πρόσβαση στην αγορά και σεβασμό των κανόνων θα καθορίσει αν η επανεκκίνηση θα είναι ουσιαστική ή απλώς επικοινωνιακή.






