Η Κάμαλα Χάρις παραδέχθηκε ότι σκέφτεται να διεκδικήσει ξανά την προεδρία το 2028. Παράλληλα κλιμακώνει την κριτική της στην εξωτερική πολιτική Τραμπ.
Η πρώην αντιπρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Κάμαλα Χάρις άφησε για πρώτη φορά ανοιχτό το ενδεχόμενο να διεκδικήσει εκ νέου τον Λευκό Οίκο το 2028, μιλώντας στο συνέδριο της National Action Network (NAN). Όπως ανέφερε, «σκέφτεται» σοβαρά μια νέα προεδρική κούρσα, λίγους μήνες μετά την ήττα της στις εκλογές του 2024 από τον σημερινό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ, όταν ο τότε πρόεδρος Τζο Μπάιντεν απέσυρε την υποψηφιότητά του.
Σήμα παραμονής στην πρώτη γραμμή των Δημοκρατικών
Η δημόσια αναφορά σε ενδεχόμενη υποψηφιότητα για το 2028 λειτουργεί ως σαφές πολιτικό σήμα ότι η Χάρις δεν αποχωρεί από την κεντρική σκηνή, αλλά επιδιώκει να ηγηθεί της ανασύνταξης των Δημοκρατικών. Ως πρώην αντιπρόεδρος και επικεφαλής του ψηφοδελτίου του 2024, παραμένει μία από τις ελάχιστες φιγούρες του κόμματος με εθνική αναγνωρισιμότητα και δομημένο μηχανισμό.
Η επιλογή της να κάνει τη σχετική νύξη σε συνέδριο της NAN, οργάνωσης με ιδιαίτερο βάρος στα ζητήματα φυλετικής δικαιοσύνης και δικαιωμάτων, δεν είναι τυχαία. Απευθύνεται σε ένα από τα πιο κρίσιμα και ενεργά μπλοκ της εκλογικής βάσης των Δημοκρατικών, επιχειρώντας να διατηρήσει ισχυρούς δεσμούς με ακτιβιστικά δίκτυα, τοπικούς ηγέτες και παράγοντες επιρροής που μπορούν να αποδειχθούν καταλυτικοί σε μια μελλοντική εσωκομματική μάχη.
Απόσταση από τον «πόλεμο επιλογής» στο Ιράν και τη γραμμή Τραμπ
Στην ομιλία της, η Χάρις άσκησε σκληρή κριτική στις κινήσεις της Ουάσινγκτον κατά του Ιράν, χαρακτηρίζοντας τις επιχειρήσεις ως «πόλεμο επιλογής» που αποδυναμώνει τη διεθνή θέση των ΗΠΑ. Τόνισε ότι από την αρχή διαφωνούσε με αυτή την πορεία, συνδέοντας την αντίθεσή της με την ανάγκη για πιο υπεύθυνη, πολυμερή εξωτερική πολιτική.
Παράλληλα, κατηγόρησε ανοιχτά τον Ντόναλντ Τραμπ ότι δεν πιστεύει ουσιαστικά στις συμμαχίες των ΗΠΑ με φιλικές χώρες, υπογραμμίζοντας πως η ισχύς της Αμερικής δεν εδράζεται μόνο στη στρατιωτική δύναμη, αλλά και στην «ήπια ισχύ» και τη «συνέπεια» προς τους συμμάχους. Έτσι επιχειρεί να διαμορφώσει σαφές αντιπαραθετικό αφήγημα: από τη μία η εθνικιστική, μονομερής λογική Τραμπ και από την άλλη μια πιο θεσμική, συμμαχική προσέγγιση που η ίδια διεκδικεί να εκφράσει.
Η Χάρις, στην πράξη, τοποθετεί τον εαυτό της ως κεντρική φωνή της εσωτερικής αντιπολίτευσης στον Τραμπ και ταυτόχρονα ως πιθανό σημείο αναφοράς για τους Δημοκρατικούς ενόψει της επόμενης προεδρικής αναμέτρησης. Η αναφορά στο 2028 λειτουργεί όχι ως επίσημη εκκίνηση καμπάνιας, αλλά ως στρατηγικό άνοιγμα ενός διαλόγου που θα κυριαρχήσει τα επόμενα χρόνια: ποιος και με ποια γραμμή θα μπορέσει να αμφισβητήσει αποτελεσματικά την κυριαρχία Τραμπ στο αμερικανικό πολιτικό σκηνικό.
Σχόλιο
: Η Χάρις χρησιμοποιεί την κριτική στον «πόλεμο επιλογής» και στις συμμαχίες ως πλατφόρμα επαναπροσδιορισμού του προφίλ της, δοκιμάζοντας αν μπορεί να ηγηθεί της δημοκρατικής παράταξης στη μετά-2024 εποχή.






