Η κυβέρνηση Τραμπ επιχειρεί να αναδιαμορφώσει ριζικά τις ισορροπίες στην αμερικανική τηλεοπτική αγορά, ενισχύοντας συντηρητικούς ομίλους. Η στρατηγική του επικεφαλής της FCC Μπρένταν Καρ εγείρει σοβαρά ερωτήματα για την ελευθερία του Τύπου και τον ανταγωνισμό.
Η Ομοσπονδιακή Επιτροπή Επικοινωνιών των ΗΠΑ (FCC), υπό τον πρόεδρο Μπρένταν Καρ, εξελίσσεται σε κεντρικό εργαλείο της κυβέρνησης Τραμπ για την αναδιάταξη της τηλεοπτικής αγοράς προς όφελος συντηρητικών ιδιοκτητών σταθμών. Η πρόσφατη έγκριση συγχώνευσης ύψους 6,2 δισ. δολαρίων μεταξύ Nexstar και Tegna αποτελεί κομβικό βήμα σε αυτή τη στρατηγική, καθώς δημιουργεί τον μεγαλύτερο τηλεοπτικό όμιλο της χώρας, με 259 σταθμούς και κάλυψη περίπου του 80% των αμερικανικών νοικοκυριών.
Ενίσχυση τοπικών σταθμών έναντι εθνικών δικτύων
Πέρα από τη συγκέντρωση ισχύος, ο Καρ εξετάζει τρόπους να διευρύνει δραστικά τη δυνατότητα των τοπικών σταθμών να «προλαμβάνουν» (preempt) το εθνικό πρόγραμμα των δικτύων, χωρίς να κινδυνεύουν με οικονομικές ρήτρες ή απώλεια της ιδιότητας του affiliate. Σήμερα, τα εμπιστευτικά συμβόλαια μεταξύ δικτύων όπως ABC, NBC και των τοπικών συνεργατών τους περιλαμβάνουν αυστηρά όρια στις προληπτικές αντικαταστάσεις προγράμματος.
Ο Καρ θεωρεί τις συμβάσεις αυτές «υπερβολικά περιοριστικές» και επιδιώκει ρυθμιστικές παρεμβάσεις που θα δημιουργούν τεκμήριο υπέρ των τοπικών σταθμών, ώστε να μπορούν να κόβουν εκπομπές που θεωρούν ακατάλληλες για το κοινό τους. Στην πράξη, αυτό θα μετέφερε σημαντική διαπραγματευτική ισχύ από τα εθνικά δίκτυα στους μεγάλους ομίλους τοπικών σταθμών, όπως η Nexstar και η επίσης συντηρητική Sinclair.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν το επεισόδιο με την εκπομπή του Τζίμι Κίμελ στο ABC, όταν Nexstar και Sinclair αρνήθηκαν να μεταδώσουν το σόου για εννέα ημέρες, μετά από επικρίσεις συντηρητικών και του ίδιου του Καρ για σχόλιά του σχετικά με τη δολοφονία του ακτιβιστή Τσάρλι Κερκ. Υπό το νέο πλαίσιο που μελετάται, παρόμοιες «αποχές» θα μπορούσαν να είναι πιο συχνές και παρατεταμένες, χωρίς σοβαρό συμβατικό κόστος για τους σταθμούς.
Κατηγορίες για «παράκαμψη» λογοκρισίας και συνταγματικοί κίνδυνοι
Η μοναδική Δημοκρατική επίτροπος της FCC, Άννα Γκόμεζ, καταγγέλλει ότι η αρχή αναζητά «πίσω πόρτα λογοκρισίας», χρησιμοποιώντας τους τοπικούς σταθμούς για να πιέζει έμμεσα τα δίκτυα να αποσύρουν ανεπιθύμητο περιεχόμενο. Κάνει λόγο για «εμμονή» της FCC με τον τρόπο κάλυψης της κυβέρνησης Τραμπ από τα ΜΜΕ.
Συνταγματολόγοι προειδοποιούν ότι η στοχευμένη ευνοϊκή μεταχείριση συντηρητικών ομίλων, σε συνδυασμό με απειλές για άρση αδειών ή έρευνες για «διαστρέβλωση ειδήσεων», μπορεί να θεωρηθεί κατάχρηση ρυθμιστικής εξουσίας με πολιτικά κίνητρα, ασύμβατη με την Πρώτη Τροπολογία. Ο ίδιος ο Καρ έχει απειλήσει με ανακλήσεις αδειών σταθμούς που, κατά την άποψή του, μεταδίδουν «hoaxes» ή παραβιάζουν κανόνες «ίσος χρόνος» για υποψήφιους.
Παράλληλα, ακόμη και συντηρητικοί οργανισμοί όπως το Americans for Tax Reform και το Conservative Political Action Coalition Foundation προειδοποιούν ότι βαριά ρυθμιστική παρέμβαση στις εμπορικές σχέσεις δικτύων–σταθμών αντιβαίνει στην παραδοσιακή απορρύθμιση των Ρεπουμπλικανών και απειλεί τη «ποικιλομορφία του βιντεοσκοπικού οικοσυστήματος».
Κίνδυνος επιτάχυνσης της μετάβασης στο streaming
Τα μεγάλα δίκτυα, όπως η NBCUniversal, προειδοποιούν ότι αν η FCC αποδυναμώσει υπέρμετρα τα συμβόλαια με τους affiliates, η λογική αντίδραση θα είναι η μεταφορά premium περιεχομένου σε streaming πλατφόρμες τύπου Netflix και Amazon Prime, παρακάμπτοντας πλήρως την επίγεια τηλεόραση. Αναλυτές επισημαίνουν ότι μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να επιταχύνει τη συρρίκνωση της παραδοσιακής ελεύθερης τηλεόρασης, ιδίως σε αγορές χαμηλότερου εισοδήματος.
Στο παρασκήνιο, αρκετοί παρατηρητές θεωρούν ότι ο Καρ χρησιμοποιεί λιγότερο επίσημες ρυθμίσεις και περισσότερο «jawboning» – δημόσιες πιέσεις και απειλές – για να κατευθύνει τη συμπεριφορά εταιρειών χωρίς τυπικές αλλαγές κανόνων, μειώνοντας έτσι τον άμεσο νομικό κίνδυνο αλλά αυξάνοντας την αβεβαιότητα για την αγορά.
Σχόλιο
: Η υπόθεση αναδεικνύει πώς η ρυθμιστική πολιτική στις ΗΠΑ μετατρέπεται σε εργαλείο πολεμικής κατά των παραδοσιακών μέσων, με πρόσχημα την «ενδυνάμωση της τοπικής φωνής». Για την αγορά σημαίνει μεγαλύτερη συγκέντρωση ισχύος σε λίγους συντηρητικούς ομίλους και εντεινόμενη πολιτικοποίηση των αδειοδοτικών διαδικασιών. Για τη δημοκρατία, το πραγματικό διακύβευμα είναι αν η εκτελεστική εξουσία μπορεί να χρησιμοποιεί τις ανεξάρτητες αρχές για να τιμωρεί επικριτικά ΜΜΕ, μετατοπίζοντας τη σύγκρουση από το επίπεδο της κριτικής στο επίπεδο της επιβίωσης των ίδιων των μέσων.






