Ο Ντόναλντ Τραμπ επενδύει εκ νέου στη θρησκευτική ρητορική, διαβάζοντας δημόσια τη Βίβλο, με στόχο τη συσπείρωση των ευαγγελικών. Η κίνηση αναδεικνύει τον κεντρικό ρόλο των θρησκευτικών ψηφοφόρων στην αμερικανική πολιτική.
Η νέα δημόσια «στροφή» του Ντόναλντ Τραμπ προς τη Βίβλο, μέσω της συμμετοχής του σε εβδομαδιαίο, συνεχές δημόσιο ανάγνωσμα των Γραφών από τη Γένεση έως την Αποκάλυψη, φωτίζει εκ νέου τον ιδιότυπο δεσμό του με τους ευαγγελικούς χριστιανούς στις ΗΠΑ. Παρά τα πολλαπλά νομικά του προβλήματα και τα ηθικά σκάνδαλα που τον περιβάλλουν, ο Αμερικανός πρόεδρος επιχειρεί να ενισχύσει το προφίλ του ως «εκλεκτού ηγέτη» ενός θρησκευόμενου έθνους.
Η Βίβλος ως πολιτικό εργαλείο
Κεντρική στιγμή της εμφάνισής του ήταν η ανάγνωση του στίχου από το Β΄ Χρονικών 7:14: «Εάν ο λαός μου, που καλείται με το όνομά μου, ταπεινωθεί και προσευχηθεί… τότε θα συγχωρήσω την αμαρτία τους και θα θεραπεύσω τη γη τους». Το απόσπασμα, ιδιαίτερα δημοφιλές σε συντηρητικούς κύκλους, λειτουργεί όχι μόνο ως πνευματική προτροπή, αλλά και ως πολιτικό κάλεσμα για «επιστροφή» σε μια υποτιθέμενη χαμένη ηθική τάξη.
Η επιλογή του κειμένου δεν είναι τυχαία. Οργανωτές του εγχειρήματος «America Reads the Bible» φαίνεται να επέλεξαν ένα απόσπασμα που επιτρέπει στον Τραμπ να μιλά σχεδόν σε πρώτο πρόσωπο ως φωνή του Θεού, σε πλήρη αντίθεση με άλλους συμμετέχοντες που περιορίστηκαν σε πιο «ουδέτερες» αφηγήσεις («τότε είπε ο Κύριος»). Αυτή η ταύτιση με την ίδια τη θεϊκή φωνή ενισχύει την εικόνα ενός ηγέτη με «θεϊκή αποστολή», στοιχείο που απευθύνεται σε τμήματα της ευαγγελικής βάσης.
Ρήγματα στους καθολικούς, συσπείρωση στους ευαγγελικούς
Την ώρα που οι Αμερικανοί καθολικοί εμφανίζουν αυξανόμενη αμφιθυμία απέναντι στον Τραμπ, οι ευαγγελικοί παραμένουν σε μεγάλο βαθμό αταλάντευτοι υποστηρικτές. Κρίσιμο ρόλο παίζει η τοποθέτηση συντηρητικής πλειοψηφίας στο Ανώτατο Δικαστήριο και η συνακόλουθη περιοριστική στροφή στα δικαιώματα στην άμβλωση. Για πολλούς ευαγγελικούς, αυτές οι θεσμικές νίκες υπερακοντίζουν τις προσωπικές παρεκτροπές του προέδρου.
Σε αντίθεση με τον καθολικισμό, όπου ο Πάπας λειτουργεί ως ηθικός και θεσμικός πυλώνας, ο ευαγγελικός χώρος είναι κατακερματισμένος, χωρίς ενιαία κεντρική αυθεντία. Αυτό αφήνει μεγαλύτερο πεδίο σε πολιτικούς και λομπίστες να διαμορφώνουν την ατζέντα. Η οργανώτρια του εγχειρήματος, Μπάνι Πάουντς, μέσω οργανισμών όπως το «Christians Engaged» και το «Family Policy Alliance», προωθεί ένα σκληρά συντηρητικό πακέτο πολιτικών: περιορισμό αμβλώσεων, ενίσχυση του «παραδοσιακού» μοντέλου οικογένειας και στενότερη διαπλοκή θρησκείας και κράτους.
Ηθική ασυνέπεια και πολιτικός κυνισμός
Η αντίφαση ανάμεσα στο δημόσιο ηθικολογικό ύφος και στο προσωπικό παρελθόν του Τραμπ – καταδίκες για παραποίηση επιχειρηματικών βιβλίων στο πλαίσιο πληρωμής για συγκάλυψη σχέσης με πορνοστάρ, δικαστική αναγνώριση σεξουαλικής κακοποίησης και συκοφαντίας – δεν φαίνεται να αποτελεί «κόκκινη γραμμή» για μεγάλο μέρος των ευαγγελικών. Η θρησκευτική ρητορική λειτουργεί ως πολιτικό άλλοθι, επιτρέποντας σε ψηφοφόρους να δικαιολογούν μια επιλογή που στηρίζεται πρωτίστως σε πολιτικά και πολιτισμικά κριτήρια.
Την ίδια στιγμή, η επίκληση «επιστροφής στα πνευματικά θεμέλια της χώρας» έρχεται σε έντονη αντίθεση με τις σκληρές πολιτικές για τη μετανάστευση και τη διεθνή βοήθεια, οι οποίες, σύμφωνα με μελέτες, έχουν συνδεθεί με εκατοντάδες χιλιάδες θανάτους παγκοσμίως. Η ασυμμετρία ανάμεσα στη ρητορική περί «θεραπείας της χώρας» και στις πραγματικές συνέπειες των πολιτικών, αναδεικνύει τον βαθύ κυνισμό της εργαλειοποίησης της πίστης.
Σχόλιο
: Η υπόθεση αποδεικνύει πόσο κεντρική είναι η θρησκεία ως πεδίο πολιτικής μάχης στις ΗΠΑ. Ο Τραμπ δεν απευθύνεται απλώς σε πιστούς, αλλά σε μια οργανωμένη εκλογική μηχανή που συνδέει την ταυτότητα, τον φόβο κοινωνικής αλλαγής και την αίσθηση «πολιορκημένης» πλειοψηφίας. Για την Ευρώπη και την Ελλάδα, το δίδαγμα είναι σαφές: όταν η πίστη μετατρέπεται σε ωμό εργαλείο εξουσίας, οι θεσμικές εγγυήσεις διάκρισης κράτους–εκκλησίας γίνονται κρίσιμο ανάχωμα απέναντι στον λαϊκισμό.






