Ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι εκτιμά ότι ο πόλεμος με το Ιράν «παγώνει» τις υψηλού επιπέδου επαφές με την Ουάσινγκτον. Την ίδια ώρα προειδοποιεί ότι η ουκρανική αμυντική βιομηχανία έχει σημαντικές δυνατότητες, αλλά στερείται κρίσιμης χρηματοδότησης.
Ο Ουκρανός πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι δήλωσε ότι δεν βλέπει ρεαλιστική προοπτική για συνάντηση με ανώτατους αξιωματούχους της κυβέρνησης Τραμπ, όσο συνεχίζεται ο πόλεμος με το Ιράν ή, τουλάχιστον, έως ότου υπάρξει σταθερή κατάπαυση του πυρός μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Τεχεράνης. Υπογράμμισε, πάντως, ότι οι επαφές ΗΠΑ–Ουκρανίας σε υπηρεσιακό επίπεδο παραμένουν ενεργές, παρά τη διπλωματική πίεση που δημιουργεί η παράλληλη διαχείριση πολλαπλών κρίσεων από την Ουάσινγκτον.
Διπλωματική «συμφόρηση» και κίνδυνος υποβάθμισης της Ουκρανίας
Σε συνέντευξή του στο CNN, ο Ζελένσκι χαρακτήρισε «πρόκληση» το γεγονός ότι η αμερικανική κυβέρνηση χρησιμοποιεί ουσιαστικά την ίδια διαπραγματευτική ομάδα για τα μέτωπα της Ουκρανίας και του Ιράν, κατονομάζοντας τον γαμπρό του προέδρου των ΗΠΑ, Τζάρεντ Κούσνερ, και τον ειδικό απεσταλμένο Στιβ Γουίτκοφ. Με αυτό το σχόλιο κατέδειξε ότι η προσοχή και η χωρητικότητα της αμερικανικής διπλωματίας είναι πεπερασμένες και ότι η σύγκρουση με το Ιράν απορροφά σημαντικό πολιτικό κεφάλαιο, που διαφορετικά θα μπορούσε να κατευθυνθεί προς την ουκρανική υπόθεση.
Ο Ουκρανός ηγέτης κάλεσε την Ουάσινγκτον «να μην ξεχάσει την Ουκρανία» και να μην καθυστερήσει τις κρίσιμες συνομιλίες για περαιτέρω στήριξη. Το μήνυμα είναι σαφές: όσο η αμερικανική ατζέντα κυριαρχείται από τη σύγκρουση με το Ιράν, υπάρχει κίνδυνος η Ουκρανία να διολισθήσει σε δεύτερη προτεραιότητα, με επιπτώσεις τόσο σε στρατιωτικό όσο και σε πολιτικό επίπεδο.
Αμυντική βιομηχανία με δυνατότητες αλλά χωρίς πόρους
Ο Ζελένσκι αποκάλυψε ότι η χώρα του διαθέτει τη βιομηχανική ικανότητα να κατασκευάζει περίπου 2.000 συστήματα αναχαίτισης μη επανδρωμένων αεροσκαφών (drones) την ημέρα, καθώς και άλλο στρατιωτικό εξοπλισμό. Ωστόσο, παραδέχθηκε ότι η Ουκρανία δεν διαθέτει την απαιτούμενη χρηματοδότηση για να αξιοποιήσει πλήρως αυτές τις δυνατότητες, επισημαίνοντας πως «είναι πραγματικά ζήτημα ζωής, επιβίωσης και άμυνας».
Η δήλωση αυτή αναδεικνύει τη δομική αντίφαση που αντιμετωπίζει το Κίεβο: από τη μία πλευρά επιδιώκει να ενισχύσει την εγχώρια αμυντική παραγωγή ώστε να περιορίσει την εξάρτησή του από τις εισαγωγές όπλων· από την άλλη, παραμένει βαθιά εξαρτημένο από τη δυτική –και ιδίως αμερικανική– χρηματοδότηση για να διατηρήσει τον πόλεμο σε βιώσιμα επίπεδα. Η αναφορά στην υπερπαραγωγική ικανότητα των ουκρανικών εργοστασίων χωρίς ανάλογους πόρους λειτουργεί ως έμμεση έκκληση για περισσότερη οικονομική στήριξη.
Σε αυτό το πλαίσιο, η σύνδεση που κάνει ο Ζελένσκι ανάμεσα στην έκβαση του πολέμου με το Ιράν και στην πρόοδο των σχέσεων ΗΠΑ–Ουκρανίας αποκαλύπτει πόσο αλληλένδετες έχουν καταστεί οι περιφερειακές συγκρούσεις. Κάθε νέα κρίση που εμπλέκει άμεσα την Ουάσινγκτον περιορίζει το περιθώριο προσοχής, χρόνου και πόρων για την ουκρανική υπόθεση, επιβαρύνοντας ακόμη περισσότερο τον ήδη εύθραυστο συσχετισμό δυνάμεων στο πεδίο.
Σχόλιο
: Η παρέμβαση Ζελένσκι υπογραμμίζει το στρατηγικό ρίσκο μιας Ουάσινγκτον που μοιράζει την προσοχή της ανάμεσα σε Ιράν και Ουκρανία, με την ίδια διαπραγματευτική ομάδα. Για το Κίεβο, το διακύβευμα δεν είναι μόνο ο όγκος της βοήθειας αλλά η συνέχειά της στον χρόνο. Αν η αμερικανική διπλωματία «κορεστεί» από πολλαπλά μέτωπα, η Ουκρανία κινδυνεύει να μετατραπεί σε σύγκρουση χαμηλής έντασης, χωρίς αποφασιστική έκβαση, με υψηλό πολιτικό και οικονομικό κόστος για όλη την Ευρώπη.






