Ο πόλεμος ΗΠΑ–Ισραήλ κατά του Ιράν μπαίνει στην έκτη εβδομάδα, διαψεύδοντας τις βεβαιότητες για γρήγορη νίκη. Η Ουάσιγκτον ανακαλύπτει αργά ότι αντιμετωπίζει έναν αντίπαλο με εντελώς διαφορετικούς κανόνες και αντοχές.
Η στρατιωτική επιχείρηση των ΗΠΑ και του Ισραήλ εναντίον του Ιράν, που παρουσιάστηκε από τον Ντόναλντ Τραμπ ως «ακριβής και συντριπτική» εκστρατεία για την εξάλειψη ενός «άμεσου πυρηνικού κινδύνου», έχει μετατραπεί σε παρατεταμένο πόλεμο φθοράς. Ενώ η Ουάσιγκτον υπολόγιζε σε ταχεία αποδυνάμωση του καθεστώτος και λαϊκή εξέγερση, η πραγματικότητα είναι εντελώς διαφορετική: ο Περσικός Κόλπος βρίσκεται σε ασφυξία, τα Στενά του Ορμούζ είναι κλειστά και η Τεχεράνη αποδεικνύεται ανθεκτικότερη και πιο προσαρμοστική από ό,τι προέβλεπαν οι αμερικανικοί σχεδιασμοί.
Λάθος ανάγνωση ενός αντιπάλου με ασύμμετρη ισχύ
Κεντρικό στοιχείο της ανάλυσης είναι η «νοητική υστέρηση» με την οποία η Ουάσιγκτον –και ένα μέρος της δυτικής κοινής γνώμης– αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα ενός πολέμου. Η πεποίθηση ότι μια υπερδύναμη θα επιβάλει γρήγορα τη βούλησή της σε έναν «κατώτερο» αντίπαλο αποδεικνύεται αυταπάτη. Ούτε η στρατιωτική κατάρρευση του ιρανικού καθεστώτος επήλθε, ούτε οι Ιρανοί πολίτες βγήκαν στους δρόμους για να το ανατρέψουν εν μέσω βομβαρδισμών.
Το πρώτο στρατηγικό σφάλμα των ΗΠΑ ήταν η υποτίμηση της ικανότητας του Ιράν για ασύμμετρο πόλεμο. Με φθηνά drones και πυραύλους, η Τεχεράνη δεν χρειάζεται να συντρίψει τον αντίπαλο· αρκεί να παραλύσει τη ροή ενέργειας, να αυξήσει το κόστος ασφάλειας για τις πετρελαιοπαραγωγές μοναρχίες του Κόλπου και να προκαλέσει παγκόσμια οικονομική αιμορραγία. Ήδη διεθνείς οίκοι προειδοποιούν για κίνδυνο «σπάνιας παγκόσμιας ύφεσης» αν ο πόλεμος παραταθεί.
Δεύτερο σφάλμα ήταν η σχεδόν αφελής προσδοκία ότι η Τεχεράνη δεν θα αξιοποιούσε το ισχυρότερο γεωοικονομικό της χαρτί: το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ. Η σημερινή διακοπή της ναυσιπλοΐας σε έναν από τους σημαντικότερους ενεργειακούς διαύλους του πλανήτη δείχνει πόσο υποτιμήθηκε αυτή η απειλή, παρά το ότι είχε συζητηθεί ακόμη και σε προηγούμενες, μικρότερης κλίμακας συγκρούσεις.
Η αυταπάτη της «λαϊκής εξέγερσης» και η αντοχή του ιρανικού καθεστώτος
Τρίτο κρίσιμο λάθος ήταν η πεποίθηση ότι ο πόλεμος θα πυροδοτούσε εσωτερική ανατροπή. Σε μια χώρα όπου το καθεστώς έχει αποδείξει την ετοιμότητά του να καταστείλει βίαια διαδηλώσεις, η προσδοκία ότι οι πολίτες θα διακινδύνευαν να βγουν στους δρόμους ενώ πέφτουν βόμβες, αποδεικνύεται πολιτικά αφελής. Ο εξωτερικός εχθρός συχνά συσπειρώνει, αντί να διασπά, μια ήδη πολωμένη κοινωνία, ιδίως όταν υπάρχουν απώλειες αμάχων και καταστροφή υποδομών.
Πίσω από όλα αυτά βρίσκεται, όπως υπογραμμίζει η ανάλυση, μια θεμελιώδης παρεξήγηση: το ιρανικό καθεστώς έχει χτίσει επί δεκαετίες μια στρατηγική επιβίωσης όπου «νίκη» δεν σημαίνει θρίαμβος επί των ΗΠΑ, αλλά διαρκής παραμονή στο παιχνίδι, με δίκτυα proxies από τη Χεζμπολάχ μέχρι τους Χούθι και με αντοχή σε κυρώσεις και αποκλεισμό. Αυτό το μοντέλο, που δεν υπακούει στη δυτική λογική κόστους–οφέλους, καθιστά το Ιράν ιδιότυπο, αλλά εξαιρετικά επίμονο αντίπαλο.
Σχόλιο
: Ο πόλεμος Τραμπ στο Ιράν δείχνει πώς η υπερβολική πίστη στη στρατιωτική υπεροχή και στην επιθυμητή «αφήγηση» μπορεί να τυφλώσει έναν ηγέτη απέναντι στην πραγματική δυναμική ενός αντιπάλου. Για την Ευρώπη και την Ελλάδα, το μάθημα είναι σαφές: σε μια περιοχή όπου η ενέργεια και οι θαλάσσιες οδοί είναι υπαρξιακής σημασίας, η στρατηγική νηφαλιότητα και η κατανόηση των τοπικών ισορροπιών αξίζουν περισσότερο από τα μεγάλα λόγια περί «γρήγορων νικών».






