Ο ΣΠΕΦ ζητά από τη Βουλή την κατάργηση της διάταξης που αφαιρεί τη λειτουργική ενίσχυση από φωτοβολταϊκά σε περίπτωση ριζικής ανανέωσης εξοπλισμού. Κάνει λόγο για τιμωρητικό μέτρο που διαταράσσει τον οικονομικό σχεδιασμό επενδύσεων σε ΑΠΕ.
Με αιχμηρό υπόμνημα προς τη Διαρκή Επιτροπή Παραγωγής και Εμπορίου της Βουλής, ο Σύνδεσμος Παραγωγών Ενέργειας με Φωτοβολταϊκά (ΣΠΕΦ) παρεμβαίνει στη συζήτηση του νομοσχεδίου του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας για τον εκσυγχρονισμό της νομοθεσίας ΑΠΕ, ζητώντας την άμεση κατάργηση της παραγράφου 7 του άρθρου 42 του ν. 4951/2022, όπως τροποποιήθηκε με τον ν. 5151/2024.
Η επίμαχη ρύθμιση και οι ενστάσεις των παραγωγών
Η διάταξη προβλέπει ότι σε περίπτωση «ριζικής ανανέωσης» του εξοπλισμού φωτοβολταϊκών σταθμών –δηλαδή πλήρους αντικατάστασης πάνελ και inverters– ο σταθμός απεντάσσεται από το καθεστώς λειτουργικής ενίσχυσης (feed-in tariff ή feed-in premium) και υποχρεώνεται να συμμετέχει αποκλειστικά στην αγορά. Κατά τον ΣΠΕΦ, αυτό συνιστά «δυσανάλογη και τιμωρητική» παρέμβαση, που αλλοιώνει εκ των υστέρων τον οικονομικό προγραμματισμό επενδύσεων που έγιναν με βάση παλαιότερα νομοθετικά πλαίσια (ν. 3468/2006, ν. 3851/2010, ν. 4414/2016).
Ο Σύνδεσμος υπογραμμίζει ότι η ριζική ανανέωση δεν μεταβάλλει την εγκατεστημένη ισχύ του σταθμού και δεν οδηγεί αυτομάτως σε εκτίναξη εσόδων. Αντιθέτως, συνεπάγεται σημαντικό κόστος, καθώς η αντικατάσταση πάνελ και inverters απαιτεί και εκτεταμένες παρεμβάσεις σε καλωδιώσεις και διασυνδέσεις. Ο επενδυτής, όπως σημειώνεται, επιδιώκει κυρίως να διατηρήσει την απόδοση σε φυσιολογικά επίπεδα (περίπου 1.500–1.600 kWh/kWp για σταθερές βάσεις) και όχι να αποκομίσει υπερκέρδη.
Επιπλέον, ο ΣΠΕΦ εξηγεί ότι η τεχνολογική πρόοδος στα φωτοβολταϊκά πλαίσια δεν μεταφράζεται σε αύξηση της ανηγμένης απόδοσης ανά kWp, καθώς ο παραγωγός αγοράζει ισχύ σε Watt και όχι επιφάνεια. Η μόνη περίπτωση ουσιαστικής αύξησης της παραγωγής είναι η μετατροπή σταθερών βάσεων σε συστήματα παρακολούθησης ήλιου (trackers), την οποία ο Σύνδεσμος δέχεται ότι θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί ξεχωριστά, με ειδική ρύθμιση.
Κίνδυνος επενδυτικής ανασφάλειας και στρεβλώσεων στην αγορά ΑΠΕ
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στις περιπτώσεις όπου η πλήρης αντικατάσταση εξοπλισμού επιβάλλεται από εξωγενείς παράγοντες, όπως φυσικές καταστροφές, βανδαλισμοί, κλοπές ή σοβαρές τεχνικές βλάβες. Σε αυτές τις περιπτώσεις, σύμφωνα με τον ΣΠΕΦ, οι παραγωγοί υφίστανται «διπλή τιμωρία»: πρώτα τη ζημία στον σταθμό τους και στη συνέχεια την απώλεια του καθεστώτος ενίσχυσης.
Το υπόμνημα αναδεικνύει επίσης ερμηνευτικά κενά και πρακτικές δυσκολίες. Ο ΔΕΔΔΗΕ, όπως επισημαίνεται, καλείται στην πράξη να κρίνει αν πρόκειται για ριζική ανανέωση ή απλή ενεργειακή αναβάθμιση, με ένα πλαίσιο που χαρακτηρίζεται «τυφλό και οριζόντιο», οδηγώντας εύκολα σε απώλεια ενίσχυσης, ιδίως για μικρομεσαίους, μη καθετοποιημένους παραγωγούς.
Ο ΣΠΕΦ υπενθυμίζει ότι η υφιστάμενη νομοθεσία (άρθρο 48 του ν. 4951/2022 και σχετική υπουργική απόφαση) ήδη θέτει όριο έως 5% στην αύξηση της απόδοσης σταθμών λόγω αναβάθμισης εξοπλισμού χωρίς αύξηση ισχύος, στοιχείο που –κατά τον Σύνδεσμο– καθιστά περιττή την επίμαχη παράγραφο 7.
Τέλος, ο Σύνδεσμος συνδέει το ζήτημα με τη συνολική ισορροπία της αγοράς ΑΠΕ, υποστηρίζοντας ότι η διευκόλυνση ανακαινίσεων υφιστάμενων σταθμών μπορεί να απορροφήσει υγιώς τον κλάδο των εγκαταστατών και να περιορίσει την πίεση για συνεχή ανάπτυξη νέας φωτοβολταϊκής ισχύος, η οποία ήδη προκαλεί περικοπές παραγωγής και εντάσεις στο ηλεκτρικό σύστημα.
Σχόλιο
: Η σύγκρουση γύρω από τη ριζική ανανέωση φωτοβολταϊκών αποτυπώνει το κλασικό δίλημμα της ενεργειακής μετάβασης: πώς διασφαλίζεται ότι τα σχήματα ενίσχυσης δεν μετατρέπονται σε ανεξέλεγκτη επιδότηση, χωρίς όμως να ανατρέπεται εκ των υστέρων η ασφάλεια δικαίου για επενδύσεις δεκαετιών. Αν το ΥΠΕΝ δεν βρει ισορροπημένη λύση –με σαφή διάκριση μεταξύ πραγματικής αύξησης απόδοσης και απλής συντήρησης– κινδυνεύει να στείλει αρνητικό μήνυμα σε ολόκληρο το επενδυτικό οικοσύστημα των ΑΠΕ.






