Η Βιέννη αρνείται υπερπτήσεις αμερικανικών στρατιωτικών αεροσκαφών που συνδέονται με τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή, επικαλούμενη τη συνταγματικά κατοχυρωμένη ουδετερότητά της. Η κίνηση εντείνει το ρήγμα Ευρώπης – Ουάσιγκτον γύρω από την επιχείρηση των ΗΠΑ και του Ισραήλ κατά του Ιράν.
Η Αυστρία ανακοίνωσε ότι απαγορεύει τη χρήση του εναέριου χώρου της από αμερικανικά στρατιωτικά αεροσκάφη που συνδέονται με την τρέχουσα σύρραξη στη Μέση Ανατολή, αποστασιοποιούμενη ανοιχτά από τη στρατιωτική επιχείρηση του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ κατά του Ιράν.
Ο αντικαγκελάριος Άντι Μάμπλερ, σε ανάρτησή του στα κοινωνικά δίκτυα, κατήγγειλε τις αμερικανοϊσραηλινές επιθέσεις στο Ιράν, τονίζοντας ότι οι Αυστριακοί «δεν θέλουν να έχουν καμία σχέση με την πολιτική χάους του Τραμπ και τον πόλεμό του, που θα μας φέρει την επόμενη ενεργειακή κρίση» και καταλήγοντας με το σαφές μήνυμα: «Όχι στον πόλεμο».
Η επίκληση της ουδετερότητας και το νομικό πλαίσιο
Το αυστριακό υπουργείο Άμυνας επιβεβαίωσε ότι έχουν υποβληθεί αιτήματα από τις ΗΠΑ για χρήση του εναέριου χώρου της χώρας και ότι «απορρίφθηκαν εξαρχής», όπως δήλωσε ο εκπρόσωπος του υπουργείου, συνταγματάρχης Μίχαελ Μπάουερ. Απέφυγε να αποκαλύψει τον αριθμό των αιτημάτων, σημειώνοντας ότι η συγκέντρωση των σχετικών δεδομένων απαιτεί χρόνο, αλλά έθεσε το πολιτικό ερώτημα: «Γιατί να υποβάλλεται αίτημα σε ένα ουδέτερο κράτος εξαρχής;».
Σύμφωνα με την αυστριακή νομοθεσία, όλα τα ξένα στρατιωτικά αεροσκάφη οφείλουν να ζητούν άδεια και να δηλώνουν τον σκοπό της πτήσης πριν εισέλθουν στον εναέριο χώρο της χώρας. Αιτήματα που συνδέονται με ενεργές πολεμικές συγκρούσεις απορρίπτονται, ενώ πτήσεις ρουτίνας ή εκπαιδευτικές αποτιμώνται κατά περίπτωση.
Η Αυστρία έχει κηρυχθεί «διαρκώς ουδέτερη» από το 1955, όταν το κοινοβούλιό της ψήφισε συνταγματικό νόμο δεσμευόμενο ότι η χώρα δεν θα ενταχθεί σε στρατιωτικές συμμαχίες ούτε θα επιτρέψει ξένες στρατιωτικές βάσεις στο έδαφός της. Η κίνηση αυτή υπήρξε τότε προϋπόθεση για τον τερματισμό της σοβιετικής κατοχής μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Εσωτερικές πολιτικές ισορροπίες και ευρωπαϊκή διάσταση
Περισσότερο από 70 χρόνια αργότερα, η ουδετερότητα παραμένει βαθιά ριζωμένη στην αυστριακή κοινή γνώμη, με πλειοψηφία των πολιτών να αντιτίθεται στην ένταξη σε στρατιωτικές συμμαχίες όπως το ΝΑΤΟ. Η απόφαση της κεντροδεξιάς κυβέρνησης συνασπισμού του καγκελάριου Κρίστιαν Στόκερ να κλείσει τον εναέριο χώρο για τα αμερικανικά στρατιωτικά αεροσκάφη έγινε δεκτή με επαίνους από διαφορετικές πολιτικές πλευρές.
Ο Σβεν Χέργκοβιτς, επικεφαλής των Σοσιαλδημοκρατών στην Κάτω Αυστρία, κάλεσε την ομοσπονδιακή ηγεσία να «κρατήσει τη γραμμή», προειδοποιώντας ότι ο πόλεμος «βλάπτει τα αυστριακά οικονομικά συμφέροντα, την Ευρώπη συνολικά και την παγκόσμια ειρήνη». Η αναφορά στην οικονομία και ειδικά στον κίνδυνο νέας ενεργειακής κρίσης αναδεικνύει πόσο στενά συνδέονται οι γεωπολιτικές επιλογές με την ενεργειακή ασφάλεια και την ανάπτυξη στην καρδιά της Ευρώπης.
Η Αυστρία δεν είναι η μόνη χώρα της ΕΕ που παίρνει αποστάσεις από την αμερικανική γραμμή. Η Ισπανία έχει επίσης απαγορεύσει τη χρήση του εναέριου χώρου και των κοινών βάσεων της από στρατιωτικά αεροσκάφη που εμπλέκονται στη σύρραξη, ενώ η Ιταλία αρνήθηκε την προσγείωση αμερικανικών αεροσκαφών στη βάση Σιγκονέλα στη Σικελία, επικαλούμενη έλλειψη προηγούμενης εξουσιοδότησης για αποστολές στη Μέση Ανατολή.
Η συσσωρευτική στάση Βιέννης, Μαδρίτης και Ρώμης καταδεικνύει μια ευρύτερη τάση εντός της Ευρώπης: την επιθυμία να διατηρηθεί στρατηγική αυτονομία έναντι της Ουάσιγκτον, ιδιαίτερα όταν οι αμερικανικές στρατιωτικές πρωτοβουλίες θεωρούνται ότι ενέχουν υψηλό ρίσκο αποσταθεροποίησης και σοβαρές οικονομικές παρενέργειες για την ευρωπαϊκή ήπειρο.
Σχόλιο
: Η στάση της Αυστρίας λειτουργεί ως τεστ αντοχής για την έννοια της ευρωπαϊκής ουδετερότητας στην εποχή των νέων γεωπολιτικών μπλοκ. Ταυτόχρονα, αποκαλύπτει ένα αυξανόμενο χάσμα προσδοκιών ανάμεσα στις ΗΠΑ του Τραμπ, που ζητούν έμπρακτη στρατιωτική στήριξη, και σε ευρωπαϊκές κυβερνήσεις που φοβούνται ενεργειακό σοκ, εσωτερικές πολιτικές τριβές και περαιτέρω υπονόμευση της περιφερειακής σταθερότητας. Η επόμενη φάση θα δείξει αν πρόκειται για συγκυριακή αντίδραση ή για πιο δομική αναδιαμόρφωση των διατλαντικών σχέσεων.






