Η ακροδεξιά AfD κατηγορείται ότι μετατρέπει ένα βασικό δημοκρατικό εργαλείο σε μηχανισμό εκφοβισμού και στοχοποίησης αντιπάλων. Πολιτικοί, εκπαιδευτικοί και οργανώσεις μιλούν για συστηματική κατάχρηση των «Κleine Anfragen».
Ένα από τα πιο θεμελιώδη εργαλεία κοινοβουλευτικού ελέγχου στη Γερμανία, οι γραπτές ερωτήσεις «Kleine Anfragen», βρίσκεται στο επίκεντρο μιας σφοδρής πολιτικής αντιπαράθεσης. Η ακροδεξιά Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) κατηγορείται ότι υπονομεύει τον αρχικό δημοκρατικό τους σκοπό, μετατρέποντάς τες σε όπλο πίεσης και εκφοβισμού απέναντι σε πολιτικούς αντιπάλους, εκπαιδευτικούς, ΜΚΟ και μειονότητες.
Από εργαλείο διαφάνειας σε μηχανισμό εκφοβισμού
Οι «Kleine Anfragen» επιτρέπουν στα κόμματα της αντιπολίτευσης να ζητούν επίσημες, δημόσιες απαντήσεις από τις κυβερνήσεις σε ομοσπονδιακό και κρατιδιακό επίπεδο. Στόχος είναι η διαφάνεια και η λογοδοσία. Ωστόσο, η AfD φαίνεται να κάνει υπερβολικά εκτεταμένη χρήση του θεσμού: μόνο μεταξύ Μαρτίου και Οκτωβρίου 2025 υπέβαλε 525 ερωτήσεις στην Bundestag, σχεδόν τα δύο τρίτα του συνόλου, με μέσο όρο πάνω από δύο την ημέρα.
Χαρακτηριστική είναι η υπόθεση διευθυντή σχολείου στη Βαυαρία, ο οποίος κάλεσε δημόσια σε συμμετοχή σε εκδήλωση υπέρ της δημοκρατίας και της κοινωνικής ποικιλομορφίας. Βουλευτές της AfD απάντησαν με κοινοβουλευτική ερώτηση, ζητώντας να εξεταστεί αν παραβίασε την υποχρεωτική πολιτική ουδετερότητα και αν πρέπει να κινηθούν πειθαρχικές διαδικασίες. Παρότι η τοπική κυβέρνηση δεν διαπίστωσε παράβαση, εκπαιδευτικοί περιγράφουν κλίμα φόβου και αυτολογοκρισίας, φοβούμενοι ότι κάθε δημόσια στάση κατά του εξτρεμισμού μπορεί να οδηγήσει σε «στοχοποίηση» μέσω της Βουλής.
Στο στόχαστρο κοινωνία πολιτών, μειονότητες και κρίσιμες υποδομές
Ιδιαίτερα έντονη είναι η πρακτική αυτή στο κρατίδιο της Θουριγγίας, προπύργιο της AfD, της οποίας η τοπική οργάνωση έχει χαρακτηριστεί από τις αρχές ως «βεβαιωμένα ακροδεξιά». Η βουλευτής της Αριστεράς Καταρίνα Κένιχ-Πρόις καταγγέλλει ότι όποιος αντιπαρατίθεται δημόσια με την AfD γίνεται στόχος καταιγισμού ερωτήσεων. Σύμφωνα με την ίδια, πολλές ερωτήσεις επιδιώκουν την άντληση ονομάτων και στοιχείων από σωματεία, οργανώσεις και πολίτες της κοινωνίας των πολιτών, δημιουργώντας κλίμα ανασφάλειας και εν δυνάμει απειλών.
Ανησυχία προκαλούν και ερωτήσεις που στοχεύουν σε μειονότητες, όπως προσπάθειες καταγραφής του αριθμού ΛΟΑΤΚΙ ατόμων σε συγκεκριμένα κρατίδια, κάτι που πολλοί στη Γερμανία συνδέουν με σκοτεινές ιστορικές μνήμες από τη ναζιστική περίοδο, όταν το κράτος κατέγραφε συστηματικά Εβραίους, Ρομά και ομοφυλόφιλους.
Στο στόχαστρο βρίσκονται επίσης οργανώσεις όπως το Ίδρυμα Amadeu Antonio, που δρα κατά του ρατσισμού και του αντισημιτισμού με κρατική χρηματοδότηση. Εκπρόσωποί του υποστηρίζουν ότι η AfD χρησιμοποιεί τις ερωτήσεις για να οικοδομήσει μια αφήγηση «συνωμοτικής σύμπραξης» μεταξύ κυβέρνησης και ΜΚΟ, με στόχο να υπονομεύσει τη δημόσια εμπιστοσύνη προς αυτές.
Υποψίες για ρωσική επιρροή και κίνδυνοι για την ασφάλεια
Τη συζήτηση οξύνουν ακόμη περισσότερο καταγγελίες ότι ορισμένες ερωτήσεις της AfD μπορεί να εξυπηρετούν ξένα συμφέροντα. Ο υπουργός Εσωτερικών της Θουριγγίας, Γκέοργκ Μάιερ, έχει αφήσει να εννοηθεί ότι η συστηματική άντληση πληροφοριών για κρίσιμες υποδομές –μεταφορές, ενέργεια, ύδρευση, ψηφιακά δίκτυα και άμυνα– θα μπορούσε να ωφελεί τη Ρωσία. Παράλληλα, δύο εκλεγμένοι της AfD, σε Bundestag και Ευρωκοινοβούλιο, ερευνώνται για φερόμενη δωροδοκία από ρωσικά και κινεζικά δίκτυα.
Η AfD απορρίπτει κατηγορηματικά τις υποψίες κατασκοπείας και επικαλείται τα δημοκρατικά της δικαιώματα ως αντιπολίτευση. Ωστόσο, η συζήτηση στη Γερμανία αγγίζει πλέον ένα βαθύτερο ζήτημα: πώς θωρακίζονται οι δημοκρατικοί θεσμοί όταν ένα νόμιμο εργαλείο ελέγχου μπορεί να μετατραπεί σε μηχανισμό στοχοποίησης και πιθανής υπονόμευσης της ίδιας της δημοκρατικής τάξης.
Σχόλιο
: Η γερμανική εμπειρία λειτουργεί ως έγκαιρη προειδοποίηση και για άλλες ευρωπαϊκές δημοκρατίες: η θεσμική ουδετερότητα των διαδικασιών δεν αρκεί, αν δεν συνοδεύεται από πολιτική εγρήγορση απέναντι σε οργανωμένες προσπάθειες εκφοβισμού της κοινωνίας των πολιτών και διάβρωσης της εμπιστοσύνης στους δημοκρατικούς θεσμούς.






