Η Γερμανία ανασχεδιάζει τις ηλιακές επιδοτήσεις, συνδέοντάς τες με υποχρεωτική αποθήκευση ενέργειας. Στόχος η αποφυγή σπατάλης και η μείωση κόστους δικτύου.
Σε μια στρατηγική στροφής με σαφείς δημοσιονομικές και ενεργειακές προεκτάσεις προχωρά η Γερμανία, αναθεωρώντας το μοντέλο στήριξης της ηλιακής ενέργειας. Το υπουργείο Οικονομίας σχεδιάζει να μειώσει τις επιδοτήσεις στα φωτοβολταϊκά πάρκα, αλλά ταυτόχρονα να προσφέρει ισχυρά κίνητρα για επενδύσεις που συνδυάζουν παραγωγή με μπαταρίες αποθήκευσης.
Αρνητικές τιμές ρεύματος και πίεση στο δίκτυο
Η ταχεία εξάπλωση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης έχει δημιουργήσει μια νέα αντίφαση: όλο και περισσότερες ημέρες με πλεονάζουσα ηλιακή παραγωγή, αλλά δίκτυα που δεν μπορούν να απορροφήσουν αποτελεσματικά την ενέργεια. Το αποτέλεσμα είναι συχνά αρνητικές τιμές στην αγορά επόμενης ημέρας, όπως φάνηκε πρόσφατα κατά τις διακοπές του Πάσχα, όταν η παραγωγή ξεπέρασε τη ζήτηση.
Σύμφωνα με τον Κρίστιαν Σμιντ, επικεφαλής του τμήματος ηλεκτρικής ενέργειας του αρμόδιου οργανισμού, η αναθεωρημένη Πράξη για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας θα ενσωματώσει ειδικά κίνητρα για φωτοβολταϊκά συστήματα με ενσωματωμένες μονάδες αποθήκευσης. Η προσθήκη μπαταριών, όπως τόνισε, προσφέρει την ευελιξία να μην διοχετεύεται η παραγωγή στο δίκτυο τις μεσημεριανές ώρες, όταν η κατανάλωση είναι χαμηλή, αλλά να μεταφέρεται στις ώρες αιχμής, όταν η ζήτηση και οι τιμές είναι υψηλότερες.
Αυτή η μετατόπιση δεν αφορά μόνο την τεχνική διαχείριση του συστήματος. Ο Σμιντ υπογράμμισε ότι η ορθότερη χρήση της ενέργειας μειώνει ταυτόχρονα το κόστος επιδοτήσεων και, τελικά, το συνολικό κόστος ηλεκτρικής ενέργειας για την οικονομία.
Κόστος περικοπών ισχύος και νέα αρχιτεκτονική κινήτρων
Η αναντιστοιχία ανάμεσα στην ταχύτητα ανάπτυξης των ΑΠΕ και στην αργή επέκταση των δικτύων μεταφοράς και διανομής έχει ήδη βαρύ οικονομικό αποτύπωμα. Η αντιπρόεδρος της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Δικτύων, Μπάρμπι Χάλερ, εκτιμά ότι το κόστος περικοπής ισχύος –δηλαδή της αναγκαστικής μείωσης παραγωγής από σταθμούς ΑΠΕ– θα φτάσει φέτος τα 3,7 δισ. ευρώ, από προηγούμενη πρόβλεψη 3,1 δισ. ευρώ.
Οι μεταρρυθμίσεις που αναμένεται να παρουσιαστούν πριν από το καλοκαίρι στοχεύουν ακριβώς στον περιορισμό αυτής της δαπάνης, μεταφέροντας μέρος της ευθύνης εξισορρόπησης στους ίδιους τους επενδυτές. Η κοινή ανάπτυξη μονάδων ΑΠΕ και αποθήκευσης θεωρείται ότι θα μειώσει και τον κίνδυνο εγκατάστασης ανεξάρτητων μπαταριών που λειτουργούν αποκλειστικά με κριτήριο το βραχυπρόθεσμο arbitrage τιμών.
Ο Σμιντ προειδοποίησε ότι όταν οι μονάδες αποθήκευσης ακολουθούν απλώς τις διακυμάνσεις των τιμών, μπορούν να φορτίζουν και να αποφορτίζουν έως και 20 φορές την ημέρα, προκαλώντας συχνές μεταβολές τάσης και επιπλέον επιβάρυνση στο δίκτυο. Αντίθετα, η ενσωμάτωση αποθήκευσης στα ίδια τα ηλιακά πάρκα δημιουργεί μια πιο προβλέψιμη και συστημικά φιλική συμπεριφορά.
Για τις αγορές ενέργειας και τους επενδυτές, η γερμανική στροφή εκπέμπει σαφές μήνυμα: η επόμενη φάση της ενεργειακής μετάβασης δεν θα κριθεί μόνο στην προσθήκη νέων MW ΑΠΕ, αλλά στην ικανότητα συνδυασμού παραγωγής, αποθήκευσης και δικτύων με τρόπο που μειώνει το κόστος για καταναλωτές και δημόσια οικονομικά.
Σχόλιο
: Η Γερμανία δείχνει την επόμενη μέρα της πολιτικής ΑΠΕ: οι επιδοτήσεις αποσυνδέονται από την τυφλή αύξηση ισχύος και συνδέονται με την αξία για το σύστημα. Η κίνηση αυτή λειτουργεί ως προειδοποίηση και για χώρες όπως η Ελλάδα, όπου η εκρηκτική ανάπτυξη φωτοβολταϊκών χωρίς επαρκή αποθήκευση και δίκτυα κινδυνεύει να οδηγήσει σε αντίστοιχα κόστη περικοπών και στρεβλώσεις τιμών.






