Ριζική αναδιάταξη στις αποδοχές περίπου 720.000 δημοσίων υπαλλήλων φέρνει η τετραετία 2023-2026, με στοχευμένες μόνιμες αυξήσεις. Η κυβέρνηση απορρίπτει την επαναφορά 13ου και 14ου μισθού, επιλέγοντας παρεμβάσεις υπέρ χαμηλόμισθων και οικογενειών.
Σε φάση βαθιάς αναδιάρθρωσης εισοδημάτων εισέρχεται το Δημόσιο έως το 2026, καθώς το μισθολογικό πακέτο της τετραετίας 2023-2026 αλλάζει ουσιαστικά τον χάρτη των αποδοχών. Περίπου εννέα στους δέκα δημοσίους υπαλλήλους θα δουν εντός του 2026 καθαρή ετήσια ενίσχυση που αντιστοιχεί στο 30% έως και το 80% ενός μηνιαίου μισθού του 2025, με ορισμένες κατηγορίες να προσεγγίζουν ή να υπερβαίνουν το ισοδύναμο δύο και τριών μισθών σε ορίζοντα τριετίας.
Το δημοσιονομικό κόστος και η στόχευση των παρεμβάσεων
Η αυτόματη αναπροσαρμογή μισθών τον Απρίλιο του 2026, βάσει της αύξησης του κατώτατου μισθού, κοστολογείται σε 358 εκατ. ευρώ. Όμως, όταν συνυπολογιστούν οι φοροελαφρύνσεις και οι προηγούμενες αυξήσεις, το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών εκτιμά ότι η συνολική ενίσχυση των καθαρών αποδοχών φτάνει περίπου το 1 δισ. ευρώ επιπλέον σε σχέση με το 2025.
Στην τετραετία, οι ετήσιες μόνιμες αυξήσεις προσεγγίζουν τα 3,3 δισ. ευρώ, ενώ σε σωρευτική βάση ξεπερνούν τα 7,8 δισ. ευρώ, καθώς κάθε παρέμβαση ενσωματώνεται στο μισθολόγιο. Από τους περίπου 850.000 μισθοδοτούμενους του Δημοσίου, τουλάχιστον 720.000 ωφελούνται, ενώ περίπου 100.000 εργαζόμενοι με συμβάσεις έργου, εκτός ενιαίου μισθολογίου, μένουν εκτός του πυρήνα των αυξήσεων.
Η πολιτική είναι εμφανώς αναδιανεμητική: μεγαλύτερα κέρδη καταγράφονται για νεοδιόριστους, χαμηλόμισθους, υπαλλήλους με παιδιά και εργαζόμενους χαμηλότερων βαθμίδων εκπαίδευσης. Για αυτούς, οι αυξήσεις σε τριετή ορίζοντα ισοδυναμούν ακόμη και με τρεις επιπλέον μισθούς. Αντίθετα, για στελέχη με υψηλότερες αποδοχές και θέσεις ευθύνης, τα ποσοστιαία οφέλη είναι σαφώς πιο περιορισμένα, παρότι τα απόλυτα ποσά παραμένουν σημαντικά.
Γιατί απορρίπτεται ο 13ος και 14ος μισθός
Κομβικό στοιχείο της κυβερνητικής στρατηγικής είναι η επιλογή μόνιμων, στοχευμένων αυξήσεων αντί της επαναφοράς 13ου και 14ου μισθού. Το υπουργείο υποστηρίζει ότι δύο επιπλέον μισθοί θα κόστιζαν 2,2-2,7 δισ. ευρώ ετησίως και δεν θα μπορούσαν να συνυπάρξουν με τις ήδη δρομολογημένες μόνιμες παρεμβάσεις ύψους 3,3 δισ. ευρώ τον χρόνο.
Σε υποθετικό σενάριο πλήρους επαναφοράς 13ου και 14ου μισθού μετά από 14 χρόνια στασιμότητας, το συνολικό όφελος της τετραετίας θα έφτανε περίπου τα 7,7 δισ. ευρώ, δηλαδή παρόμοιο με το σημερινό σωρευτικό πακέτο. Ωστόσο, η κατανομή θα ευνοούσε δυσανάλογα τους υψηλόμισθους, διευρύνοντας τις ανισότητες, καθώς οι επιπλέον μισθοί είναι αναλογικοί ως προς τις ήδη υψηλές βάσεις.
Αντιθέτως, το ισχύον μοντέλο κατευθύνει πόρους σε συγκεκριμένες ομάδες: αυξήσεις βασικών μισθών και οικογενειακών παροχών, αναμόρφωση επιδομάτων ευθύνης, παραμεθορίου και επικίνδυνης εργασίας, ενισχύσεις σε ένστολους, γιατρούς ΕΣΥ, μέλη ΔΕΠ, δικαστικούς, καθώς και φορολογικές παρεμβάσεις (κατάργηση εισφοράς αλληλεγγύης, μείωση εισφορών, νέα κλίμακα φόρου εισοδήματος).
Ισορροπία μεταξύ ενίσχυσης εισοδημάτων και δημοσιονομικών στόχων
Η περίοδος 2023-2026 χαρακτηρίζεται από την προσπάθεια σταδιακής, μόνιμης ενίσχυσης του διαθέσιμου εισοδήματος των δημοσίων υπαλλήλων χωρίς να διαρραγεί η δημοσιονομική σταθερότητα. Μόνο για συντάξεις απαιτείται περίπου 1 δισ. ευρώ ετησίως, γεγονός που περιορίζει τον διαθέσιμο χώρο για πιο γενναίες οριζόντιες παροχές.
Καθώς η οικονομία παραμένει εκτεθειμένη σε εξωτερικές αναταράξεις και οι ευρωπαϊκοί δημοσιονομικοί κανόνες σφίγγουν, η κυβέρνηση επιλέγει ένα μοντέλο «πολλών μικρών μόνιμων αυξήσεων» αντί ενός θεαματικού αλλά δύσκολα αναστρέψιμου μέτρου όπως ο 13ος και 14ος μισθός. Το κατά πόσο αυτή η στρατηγική θα κριθεί επαρκής από τους ίδιους τους δημοσίους υπαλλήλους θα φανεί στην πράξη, καθώς τα νοικοκυριά εξακολουθούν να πιέζονται από το υψηλό κόστος ζωής.
Σχόλιο
: Η κυβέρνηση χτίζει ένα σύνθετο, μόνιμο μισθολογικό «πακέτο» που ευνοεί κυρίως χαμηλόμισθους και οικογένειες, θυσιάζοντας το πολιτικά ελκυστικό αφήγημα του 13ου-14ου μισθού. Η επιλογή ευθυγραμμίζεται με τη λογική της δημοσιονομικής πειθαρχίας, αλλά αφήνει ανοικτό μέτωπο προσδοκιών, ειδικά στις μεσαίες και ανώτερες βαθμίδες του Δημοσίου, όπου τα ποσοστιαία κέρδη είναι σαφώς μικρότερα.






