Ο πόλεμος στο Ιράν δεν είναι μακρινό, αμερικανικό μέτωπο, αλλά ζήτημα άμεσης ευρωπαϊκής ασφάλειας. Η επιλογή αποστασιοποίησης απειλεί να διαρρήξει τον διατλαντικό δεσμό και να αφήσει την Ευρώπη μόνη απέναντι σε Ιράν και Ρωσία.
Η συζήτηση σε πολλές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες γύρω από τον πόλεμο στο Ιράν συνοψίζεται στη φράση «δεν είναι δικός μας πόλεμος». Η οπτική αυτή, που κερδίζει έδαφος σε πολιτικούς και κοινή γνώμη, παρουσιάζεται ως ρεαλιστική αποστασιοποίηση από τις επιλογές της Ουάσιγκτον και του Τελ Αβίβ. Ωστόσο, όπως υποστηρίζει ο Ματίας Ντέπφνερ, πρόκειται για στρατηγικό λάθος με δυνητικά ολέθριες συνέπειες για την ίδια την Ευρώπη.
Η ευρωπαϊκή ασφάλεια στο επίκεντρο, όχι στο περιθώριο
Το επιχείρημα ότι ο πόλεμος στο Ιράν αφορά κυρίως τις ΗΠΑ αγνοεί μια κρίσιμη πραγματικότητα: η διείσδυση ισλαμιστικών δικτύων στις ευρωπαϊκές κοινωνίες είναι βαθύτερη και πιο ορατή απ’ ό,τι στην Αμερική. Οι δομές επιρροής της Τεχεράνης, μέσω οργανώσεων και διασυνδέσεων με τρομοκρατικά δίκτυα όπως η Χεζμπολάχ, η Χαμάς και οι Χούθι, λειτουργούν μέσα στο ευρωπαϊκό έδαφος, τροφοδοτώντας πόλωση και εξτρεμισμό.
Παράλληλα, η απειλή που συνιστά το ιρανικό καθεστώς δεν περιορίζεται στο περιφερειακό επίπεδο. Η επίμονη επιδίωξη πυρηνικών όπλων, παρά συμφωνίες και διπλωματικές πρωτοβουλίες δεκαετιών, συνιστά υπαρξιακή πρόκληση για το Ισραήλ και, κατ’ επέκταση, για τη σταθερότητα της ευρύτερης Μέσης Ανατολής. Για την Ευρώπη, που εξαρτάται ενεργειακά από την περιοχή και επηρεάζεται άμεσα από κάθε αναταραχή στις τιμές του πετρελαίου, η σύγκρουση δεν είναι ούτε μακρινή ούτε θεωρητική.
Ο κίνδυνος αποσύνδεσης ΗΠΑ–Ευρώπης
Η πιο ανησυχητική διάσταση της ευρωπαϊκής στάσης, σύμφωνα με την ανάλυση, είναι το πολιτικό μήνυμα προς την Ουάσιγκτον. Εάν η Ευρώπη αντιμετωπίζει τον πόλεμο στο Ιράν ως «μη δική της υπόθεση», τότε οι ΗΠΑ μπορούν εύκολα να αντιστρέψουν τη λογική: ο πόλεμος στην Ουκρανία δεν είναι, αντίστοιχα, αμερικανική υπόθεση. Η γεωγραφική και ψυχολογική απόσταση της Ουκρανίας από την αμερικανική κοινωνία είναι σαφώς μεγαλύτερη από εκείνη της Μέσης Ανατολής.
Ένα τέτοιο σενάριο θα άφηνε την Ευρώπη να αντιμετωπίσει ταυτόχρονα την ιρανική επιθετικότητα και τη ρωσική αναθεωρητική πολιτική χωρίς την παραδοσιακή ομπρέλα της αμερικανικής ισχύος. Η ήπειρος, που έχει συνηθίσει εδώ και 80 χρόνια να στηρίζεται στον διατλαντικό δεσμό, δύσκολα θα μπορούσε να διαχειριστεί δύο μείζονες απειλές ταυτόχρονα, ιδίως με τα σημερινά επίπεδα αμυντικών δαπανών και επιχειρησιακής ετοιμότητας.
Διπλωματία, αλληλεγγύη και το τίμημα της ρητορικής
Αντί η Ευρώπη να επενδύει σε ήρεμη, παρασκηνιακή διπλωματία με την Ουάσιγκτον, κυριαρχούν δημόσιες αντιπαραθέσεις και δηλώσεις δυσαρέσκειας επειδή δεν ενημερώθηκε επαρκώς για τις επιχειρήσεις στο Ιράν. Αυτή η ρητορική μπορεί να ικανοποιεί εσωτερικά ακροατήρια, αλλά υπονομεύει την αξιοπιστία και τη συνοχή του δυτικού μετώπου.
Ο Ντέπφνερ επισημαίνει ότι γνωρίζουμε μόνο «κλάσμα της αλήθειας» για τους επιχειρησιακούς στόχους ΗΠΑ και Ισραήλ. Ωστόσο, ένα σημείο είναι σαφές: για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες, επιχειρείται με στρατιωτικά μέσα η αποδυνάμωση ενός καθεστώτος που δολοφονεί συστηματικά αντιφρονούντες, γυναίκες και μειονότητες στο εσωτερικό, ενώ εξάγει βία και αστάθεια στο εξωτερικό.
Ακόμη κι αν οι στόχοι των επιχειρήσεων –από πιθανή αλλαγή καθεστώτος έως περιορισμό του πυρηνικού προγράμματος– παραμένουν εν μέρει ασαφείς, το βέβαιο είναι ότι η διεθνής κοινότητα κερδίζει χρόνο. Το ερώτημα για την Ευρώπη δεν είναι αν συμφωνεί σε κάθε λεπτομέρεια με την αμερικανική στρατηγική, αλλά αν προτίθεται να αξιοποιήσει αυτόν τον χρόνο ως σύμμαχος ή να παραμείνει θεατής, με κίνδυνο να βρεθεί αύριο μόνη απέναντι σε Τεχεράνη και Μόσχα.
Σχόλιο
: Η ευρωπαϊκή ψευδαίσθηση ουδετερότητας στο Ιράν κρύβει μια σκληρή πραγματικότητα: χωρίς συνεκτική στρατηγική και στέρεο διατλαντικό δεσμό, η ήπειρος κινδυνεύει να πληρώσει πολλαπλάσιο γεωπολιτικό, ενεργειακό και εσωτερικοπολιτικό κόστος στο άμεσο μέλλον.






