Ελλάδα και Κύπρος ζητούν από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων due diligence και χρηματοδότηση για τον Great Sea Interconnector. Η κίνηση επιχειρεί να κλείσει ένα χρόνιο μέτωπο αμφισβήτησης γύρω από το έργο.
Η αποστολή κοινής επιστολής από Αθήνα και Λευκωσία προς την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (ΕΤΕπ) για τη χρηματοδότηση και την αξιολόγηση του καλωδίου Ελλάδας – Κύπρου, του Great Sea Interconnector (GSI), σηματοδοτεί σαφή αλλαγή πλεύσης μετά από πάνω από έναν χρόνο ακινησίας. Οι υπουργοί Ενέργειας Στέφανος Παπασταύρου και Μάριος Δαμιανού ζητούν από την τράπεζα να διενεργήσει πλήρες due diligence και, εφόσον κριθεί βιώσιμο, να στηρίξει χρηματοδοτικά το έργο, κόστους περίπου 2 δισ. ευρώ.
Θεσμικό due diligence ως εργαλείο απεγκλωβισμού
Η επιλογή της ΕΤΕπ δεν είναι τυχαία. Ως θεσμικός ευρωπαϊκός χρηματοδοτικός βραχίονας, η τράπεζα προσδίδει κοινοτική «σφραγίδα» σε όποιες τεχνικές, οικονομικές ή ρυθμιστικές προσαρμογές κριθούν αναγκαίες. Το due diligence, που εκτιμάται ότι θα διαρκέσει 6-7 μήνες, αναμένεται να εξετάσει το συνολικό κόστος, το Σταθμισμένο Μέσο Κόστος Κεφαλαίου (WACC), τη ρυθμιστική αρχιτεκτονική και την τακτοποίηση εκκρεμοτήτων, χωρίς όμως να αγγίξει τη Διασυνοριακή Συμφωνία Κατανομής Κόστους (CBCA) και τη Μελέτη Κόστους – Οφέλους (CBA). Αυτές έχουν ήδη εγκριθεί στο πλαίσιο της ένταξης του GSI στα Έργα Κοινού Ενδιαφέροντος (PCI) της ΕΕ και, σύμφωνα με τον Επίτροπο Ενέργειας Γιόργκενσεν, δεν χρειάζεται να επαναληφθούν.
Η κίνηση λειτουργεί ως διέξοδος από το αδιέξοδο του προηγούμενου διαστήματος, όταν η προσπάθεια ανάθεσης επικαιροποιημένης μελέτης σε ιδιωτικό οίκο «κόλλησε», τροφοδοτώντας ένα παρατεταμένο blame game μεταξύ των δύο πλευρών. Τώρα, η ευθύνη της τεχνικοοικονομικής αποτίμησης μεταφέρεται σε έναν αμερόληπτο ευρωπαϊκό φορέα που, επιπλέον, έχει ίδιον συμφέρον να είναι αυστηρός: θα κληθεί, ενδεχομένως, να χρηματοδοτήσει το ίδιο έργο που αξιολογεί.
Χρηματοδοτικό διακύβευμα και γεωπολιτική διάσταση
Κύκλοι του αντιπροέδρου της ΕΤΕπ, Γιάννη Τσακίρη, υπογραμμίζουν ότι οι δύο κυβερνήσεις δηλώνουν σαφή προσήλωση στην ταχεία υλοποίηση του GSI και επιδιώκουν τόσο τη γνωμοδότηση για τη βιωσιμότητα όσο και την πρόσβαση σε δάνεια με χαμηλό επιτόκιο. Η έγκαιρη πρόοδος του έργου αποτελεί προϋπόθεση για την πλήρη αξιοποίηση των 657 εκατ. ευρώ κοινοτικής χρηματοδότησης από το Connecting Europe Facility, ένα από τα μεγαλύτερα πακέτα επιδότησης που έχει λάβει αντίστοιχη ενεργειακή υποδομή.
Παράλληλα, οι τελευταίες εξελίξεις προσδίδουν σαφή ευρωπαϊκή χροιά και στην πολιτική διάσταση του έργου. Ο ENTSO-E απέρριψε πρόσφατα το αίτημα της τουρκικής και τουρκοκυπριακής πλευράς να αποκτήσει ευρωπαϊκό χαρακτήρα η διασύνδεση με τα Κατεχόμενα, επιβεβαιώνοντας ότι το μοναδικό εγκεκριμένο έργο διασύνδεσης της Κυπριακής Δημοκρατίας με το ευρωπαϊκό σύστημα είναι ο Great Sea Interconnector. Στο ίδιο πλαίσιο, ο Επίτροπος Γιόργκενσεν, απαντώντας σε ερώτηση του κύπριου ευρωβουλευτή Φειδία Παναγιώτου, κατέστησε σαφές ότι η Κομισιόν επανεξετάζει το πλαίσιο ενεργειακής ασφάλειας της ΕΕ, επισημαίνοντας πως η αποφυγή μονομερών ενεργειών που παραβιάζουν το διεθνές δίκαιο και τα κυριαρχικά δικαιώματα κρατών-μελών είναι προϋπόθεση για σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο.
Σε αυτό το περιβάλλον, η ενεργειακή διασύνδεση Ελλάδας – Κύπρου αναδεικνύεται όχι μόνο ως κρίσιμη υποδομή ασφάλειας εφοδιασμού και ένταξης της Κύπρου στην ευρωπαϊκή αγορά ηλεκτρισμού, αλλά και ως εργαλείο άσκησης ευρωπαϊκής πολιτικής έναντι της Τουρκίας.
Σχόλιο
: Η ανάθεση του due diligence στην ΕΤΕπ είναι έξυπνη κίνηση απεγκλωβισμού: αφαιρεί το πεδίο αλληλοκατηγοριών Αθήνας – Λευκωσίας, θωρακίζει θεσμικά το έργο και, εφόσον οι όροι καταστούν επενδυτικά ελκυστικοί, μπορεί να φέρει και νέους ιδιώτες παίκτες στο τραπέζι. Το πραγματικό στοίχημα όμως είναι ο χρόνος: αν οι διαδικασίες παραταθούν, ο κίνδυνος απώλειας ευρωπαϊκών πόρων και γεωπολιτικού momentum μεγαλώνει.






