Η Ουάσινγκτον και το Λονδίνο κλειδώνουν πολυετή συμφωνία μηδενικών δασμών στα φάρμακα, με αντάλλαγμα αυξημένες δαπάνες του NHS. Η κίνηση επαναπροσδιορίζει τη «ειδική σχέση» σε μια περίοδο έντασης στις διατλαντικές σχέσεις.
Η βρετανική κυβέρνηση συμφώνησε στο νομικό κείμενο της νέας φαρμακευτικής συμφωνίας με τις ΗΠΑ, η οποία κατοχυρώνει μηδενικούς δασμούς στα φάρμακα και στον ιατροτεχνολογικό εξοπλισμό για τουλάχιστον τρία χρόνια. Σε αντάλλαγμα, το Ηνωμένο Βασίλειο δεσμεύεται να αυξήσει τις δαπάνες του Εθνικού Συστήματος Υγείας (NHS) για νέα φάρμακα και να χαλαρώσει το πλαίσιο ελέγχου τιμών.
Τι προβλέπει η συμφωνία για τιμές και δασμούς
Κεντρικό στοιχείο της συμφωνίας είναι η αλλαγή του τρόπου με τον οποίο η Αρχή Αξιολόγησης Τεχνολογιών Υγείας, NICE, κρίνει το αν ένα φάρμακο είναι «οικονομικά αποδοτικό». Το Ηνωμένο Βασίλειο αυξάνει κατά 25% το σχετικό όριο κόστους–αποτελεσματικότητας, επιτρέποντας σε ακριβότερες θεραπείες να εγκρίνονται για αποζημίωση από το NHS.
Παράλληλα, μειώνεται στο 15% το ανώτατο ποσοστό επιστροφών (rebates) που μπορεί να απαιτήσει το NHS από τις φαρμακευτικές εταιρείες, περιορίζοντας την ικανότητα του κράτους να ανακτά μέρος της φαρμακευτικής δαπάνης. Ήδη με δευτερογενή νομοθεσία η κυβέρνηση έχει αυξήσει το εύρος του ορίου κόστους ανά έτος προσαρμοσμένης ποιότητας ζωής (QALY) στις 25.000–35.000 λίρες, ενισχύοντας περαιτέρω την πρόσβαση σε καινοτόμες, αλλά δαπανηρές, θεραπείες.
Σε αντάλλαγμα, οι ΗΠΑ εξαιρούν το Ηνωμένο Βασίλειο από δασμούς στα φαρμακευτικά προϊόντα και σε συγκεκριμένες κατηγορίες ιατροτεχνολογικού εξοπλισμού για περίοδο τουλάχιστον τριών ετών. Επιπλέον, οι δύο πλευρές δεσμεύονται να εργαστούν για αμοιβαία αναγνώριση εγκρίσεων ιατροτεχνολογικών προϊόντων, κάτι που μπορεί να επιταχύνει την είσοδο νέων συσκευών στις δύο αγορές.
Στρατηγική για δαπάνες υγείας και γεωπολιτική διάσταση
Το Λονδίνο αναλαμβάνει επίσης τη δέσμευση να αυξήσει τις φαρμακευτικές δαπάνες στο 0,6% του ΑΕΠ έως το 2035. Η σχετική επιτροπή εποπτείας, υπό τον υπουργό Επιστήμης Πάτρικ Βάλανς και τον υπουργό Φαρμάκων Ζουμπίρ Άχμεντ, καταρτίζει χάρτη πορείας για το πώς θα υλοποιηθούν σταδιακά οι αυξήσεις αυτές.
Ο Βάλανς υπογράμμισε ότι «χάρη σε αυτή τη συνεργασία, οι ασθενείς σε όλο το NHS θα αποκτήσουν πρόσβαση σε σωτήρια νέα φάρμακα που μέχρι σήμερα τους στερούνταν», προσθέτοντας ότι, ως η πρώτη χώρα με μηδενικούς δασμούς στα φάρμακα προς τις ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο ενισχύει περαιτέρω τον κλάδο των βιοεπιστημών.
Η συμφωνία αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα στο φόντο της επιδεινούμενης πολιτικής σχέσης Λονδίνου–Ουάσινγκτον. Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει πρόσφατα επιτεθεί δημοσίως στο Ηνωμένο Βασίλειο για την άρνησή του να συμμετάσχει στον πόλεμο κατά του Ιράν και έχει απειλήσει ακόμη και με αποχώρηση των ΗΠΑ από το ΝΑΤΟ. Μέσα σε αυτό το κλίμα, η φαρμακευτική συμφωνία λειτουργεί ως σπάνια στιγμή θεσμικής σταθερότητας στη «ειδική σχέση».
Για τη βρετανική οικονομία, η προοπτική μεγαλύτερης φαρμακευτικής δαπάνης και προτιμησιακής πρόσβασης στη μεγαλύτερη αγορά φαρμάκων παγκοσμίως αποτελεί σημαντικό σήμα προς τις πολυεθνικές του κλάδου. Ωστόσο, εγείρονται ερωτήματα για τη μεσοπρόθεσμη επιβάρυνση του προϋπολογισμού υγείας και για το κατά πόσο η ενίσχυση της καινοτομίας θα συνοδευτεί από βιώσιμη χρηματοδότηση.
Σχόλιο
: Η συμφωνία ΗΠΑ–Ηνωμένου Βασιλείου δείχνει πώς το εμπόριο φαρμάκων μετατρέπεται σε στρατηγικό εργαλείο εξωτερικής πολιτικής: η Ουάσινγκτον προσφέρει δασμολογικά ανταλλάγματα, το Λονδίνο ανοίγει περισσότερο την αγορά του στις φαρμακοβιομηχανίες. Το στοίχημα για τη Βρετανία είναι αν η αύξηση επενδύσεων και καινοτομίας θα αντισταθμίσει την πίεση που θα δεχθεί ο ήδη επιβαρυμένος προϋπολογισμός του NHS.






