Έναν χρόνο μετά το φιλόδοξο αφήγημα για «αναγέννηση» της αμερικανικής βιομηχανίας, τα στοιχεία δείχνουν στασιμότητα στην απασχόληση. Οι δασμοί ενισχύουν επιλεκτικά κλάδους όπως ο χάλυβας, αλλά δεν έχουν οδηγήσει σε γενικευμένη επιστροφή εργοστασίων και θέσεων εργασίας.
Έναν χρόνο μετά την πανηγυρική ομιλία του Ντόναλντ Τραμπ στον Κήπο των Ρόδων, όπου υποσχόταν ότι με ένα επιθετικό πακέτο δασμών «οι δουλειές και τα εργοστάσια θα επιστρέψουν βροντώντας», ο απολογισμός για τη βιομηχανική αναγέννηση των ΗΠΑ είναι μάλλον απογοητευτικός. Παρά το εύρος των μέτρων, η μεταποιητική απασχόληση έχει υποχωρήσει και η αβεβαιότητα για τις επιχειρήσεις παραμένει υψηλή.
Αρνητικός απολογισμός στην απασχόληση και επενδυτική αβεβαιότητα
Τα τελευταία στοιχεία του αμερικανικού Υπουργείου Εργασίας καταγράφουν μείωση κατά 98.000 θέσεις εργασίας στη μεταποίηση σε ετήσια βάση. Ιδιαίτερα πλήγματα δέχονται κλάδοι που υποτίθεται ότι θα προστατεύονταν από τους δασμούς, όπως η αυτοκινητοβιομηχανία (29.900 λιγότερες θέσεις) και η ξυλεία (18.000 λιγότερες). Παράλληλα, οι υψηλοί δασμοί στον χάλυβα και το αλουμίνιο αυξάνουν το κόστος κατασκευής νέων εργοστασίων, επιβραδύνοντας επενδυτικά σχέδια.
Ο δείκτης προσλήψεων στη μεταποίηση –βαρόμετρο εμπιστοσύνης για τις προοπτικές του κλάδου– βρίσκεται χαμηλότερα ακόμη και από τα επίπεδα στην αρχή της πανδημίας Covid-19. Ακόμη και φιλο-δασμικές φωνές, όπως ο Νικ Ιακοβέλα από τον οργανισμό Coalition for a Prosperous America, αναγνωρίζουν ότι «η προσπάθεια υπάρχει, αλλά ο στόχος απέχει ακόμη».
Στο πολιτικό επίπεδο, η δυσαρέσκεια των ψηφοφόρων είναι έντονη. Δημοσκόπηση του CNN καταγράφει ιστορικά χαμηλό ποσοστό έγκρισης 31% για τον Τραμπ ως προς τη διαχείριση της οικονομίας, ενώ η αίσθηση στην αγορά εργασίας επιδεινώνεται. Οικονομολόγοι επισημαίνουν ότι δεν υπάρχουν σαφή στοιχεία πως οι δασμοί βελτιώνουν την οικονομία στο εύρος που είχε υποσχεθεί ο Λευκός Οίκος, ενώ για τους περισσότερους πολίτες το άμεσο αποτέλεσμα είναι υψηλότερες τιμές.
Ανάμεικτες ενδείξεις: κέρδη στον χάλυβα, πίεση στην αυτοκινητοβιομηχανία
Οι υποστηρικτές της πολιτικής Τραμπ αντιτείνουν ότι ένας χρόνος είναι πολύ μικρό διάστημα για να αντιστραφεί μια αποβιομηχάνιση που διαρκεί από τη δεκαετία του 1970. Δείχνουν σε θετικά σήματα, όπως δύο διαδοχικές έρευνες PMI του Institute for Supply Management που καταγράφουν επέκταση της μεταποίησης και αύξηση παραγγελιών για νέο μηχανολογικό εξοπλισμό. Οι επιχειρήσεις επενδύουν περισσότερο στην αναβάθμιση υφιστάμενων μονάδων παρά στο άνοιγμα νέων εργοστασίων, επιχειρώντας να αυξήσουν την παραγωγικότητα χωρίς αντίστοιχη αύξηση προσωπικού.
Εξαίρεση αποτελεί ο κλάδος του χάλυβα, που εμφανίζεται ως ο μεγάλος κερδισμένος. Σύμφωνα με το American Iron and Steel Institute, οι εισαγωγές χάλυβα μειώθηκαν κατά 12,6% το 2025, η εγχώρια παραγωγή αυξήθηκε κατά 2,5 εκατ. τόνους και οι επενδύσεις ξεπέρασαν τα 25 δισ. δολάρια, δημιουργώντας δεκάδες χιλιάδες θέσεις εργασίας. Ωστόσο, ακόμη και εκεί, οι εταιρείες αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην προσέλκυση εργατικού δυναμικού.
Στον αντίποδα, η αυτοκινητοβιομηχανία βρίσκεται σε ασφυκτικό πλαίσιο. Οι δασμοί 25% σε αυτοκίνητα και ανταλλακτικά, σε συνδυασμό με συμφωνίες με Ιαπωνία, Νότια Κορέα και ΕΕ που μειώνουν τα δικά τους δασμολογικά εμπόδια, καθιστούν συχνά φθηνότερη την παραγωγή εκτός Βόρειας Αμερικής. Οι αμερικανικές αυτοκινητοβιομηχανίες, που βασίζονται σε περίπλοκες αλυσίδες αξίας με Καναδά και Μεξικό, διαμαρτύρονται ότι το καθεστώς δασμών και επιστροφών είναι κατακερματισμένο και δυσχεραίνει κάθε μακροπρόθεσμο σχεδιασμό.
Δικαστικές αποφάσεις, πολιτική ασυνέπεια και μήνυμα προς την Ευρώπη
Η εικόνα περιπλέκεται περαιτέρω από τη νομική αβεβαιότητα. Το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ ακύρωσε τον Φεβρουάριο μέρος των λεγόμενων «Liberation Day» δασμών, που είχαν επιβληθεί με βάση νόμο έκτακτης ανάγκης του 1977. Άλλες όμως δασμολογικές παρεμβάσεις, κυρίως κλαδικές (χάλυβας, αλουμίνιο, αυτοκίνητα, φορτηγά, ξυλεία, χαλκός), παραμένουν σε ισχύ και έχουν ουσιαστικότερη επίδραση στη βιομηχανία.
Για τους Ευρωπαίους και άλλους εμπορικούς εταίρους, η αμερικανική εμπειρία λειτουργεί ως προειδοποίηση: οι δασμοί μπορεί να προσφέρουν βραχυπρόθεσμη προστασία σε συγκεκριμένους κλάδους, αλλά αν συνδυαστούν με ασυνέπεια, νομικές εμπλοκές και έλλειψη συνολικού βιομηχανικού σχεδίου, ενισχύουν την αβεβαιότητα και αποθαρρύνουν στρατηγικές επενδύσεις. Η συζήτηση στις ΗΠΑ δείχνει ότι χωρίς παράλληλες πολιτικές για ενέργεια, εκπαίδευση εργατικού δυναμικού και σταθερό πλαίσιο κανόνων, ο προστατευτισμός από μόνος του δεν αρκεί για μια διατηρήσιμη βιομηχανική αναγέννηση.
Σχόλιο
: Η αμερικανική περίπτωση αποδεικνύει ότι οι δασμοί είναι εργαλείο ισχύος αλλά όχι υποκατάστατο μιας συνεκτικής βιομηχανικής πολιτικής. Για την Ευρώπη και την Ελλάδα, το μάθημα είναι σαφές: η επαναβιομηχάνιση απαιτεί σταθερό ρυθμιστικό περιβάλλον, επενδύσεις σε τεχνολογία και ανθρώπινο κεφάλαιο και όχι αποσπασματικές κινήσεις προστατευτισμού που αλλάζουν κάθε λίγους μήνες.






