Ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Μάρκο Ρούμπιο προειδοποιεί ότι η Ουάσινγκτον θα επανεξετάσει τη σχέση της με το ΝΑΤΟ μετά τον πόλεμο με το Ιράν. Οι δημόσιες αιχμές του εντείνουν τη ρήξη με τους Ευρωπαίους συμμάχους που αρνούνται να στηρίξουν στρατιωτικά τις αμερικανικές επιχειρήσεις.
Σε ανοιχτή αμφισβήτηση της μελλοντικής σχέσης των Ηνωμένων Πολιτειών με το ΝΑΤΟ προχώρησε ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, στον απόηχο της κλιμακούμενης σύγκρουσης με το Ιράν και της εμφανούς απροθυμίας των Ευρωπαίων συμμάχων να εμπλακούν στρατιωτικά στη Μέση Ανατολή.
Μιλώντας στο συντηρητικό δίκτυο Fox News, ο επικεφαλής της αμερικανικής διπλωματίας δήλωσε ότι η Ουάσινγκτον «θα πρέπει να επανεξετάσει την αξία του ΝΑΤΟ και αυτής της συμμαχίας για τη χώρα μας» όταν τελειώσει ο πόλεμος κατά του Ιράν. Όπως τόνισε, «αν το ΝΑΤΟ σημαίνει μόνο ότι εμείς υπερασπιζόμαστε την Ευρώπη όταν δέχεται επίθεση, αλλά εκείνοι μας αρνούνται δικαιώματα βάσης όταν τους χρειαζόμαστε, τότε δεν είναι μια πολύ καλή διευθέτηση».
Άρνηση ευρωπαϊκής στρατιωτικής συνδρομής
Οι δηλώσεις Ρούμπιο έρχονται σε μια στιγμή όπου σειρά ευρωπαϊκών κυβερνήσεων απορρίπτουν συγκεκριμένα αιτήματα των ΗΠΑ για επιχειρησιακή υποστήριξη στο μέτωπο της Μέσης Ανατολής. Η Ισπανία έχει κλείσει τον εναέριο χώρο της σε αμερικανικά στρατιωτικά αεροσκάφη που εμπλέκονται στον πόλεμο με το Ιράν και αρνείται τη χρήση κρίσιμων βάσεων, όπως επιβεβαίωσε ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Κάρλος Κουέρπο.
Παράλληλα, ο Πολωνός υπουργός Άμυνας Βουαντισουάφ Κοσινιάκ-Καμίσ δηλώνει ότι η Βαρσοβία «δεν έχει σχέδια» να μετακινήσει συστήματα αεράμυνας Patriot προς τον Κόλπο, υπογραμμίζοντας ότι «η ασφάλεια της Πολωνίας είναι απόλυτη προτεραιότητα». Η Ιταλία, από την πλευρά της, αρνήθηκε τη χρήση της αεροπορικής βάσης Σιγκονέλα στη Σικελία για αμερικανικά βομβαρδιστικά με κατεύθυνση το Ιράν.
Από την έναρξη των κοινών αμερικανοϊσραηλινών πληγμάτων κατά της Τεχεράνης στις 28 Φεβρουαρίου, Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία και Ηνωμένο Βασίλειο αντιστέκονται επίσης στην αποστολή πολεμικών πλοίων στον Περσικό Κόλπο. Αν και υπέγραψαν κοινή δήλωση με Ιαπωνία, Καναδά και άλλους εταίρους υπέρ «κατάλληλων προσπαθειών» για την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ, ξεκαθάρισαν ότι αυτό θα ισχύσει μετά το τέλος των εχθροπραξιών, όπως υπογράμμισε ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς.
Πίεση Τραμπ και ενεργειακές προεκτάσεις
Το ρήγμα βαθαίνει από τις δημόσιες επιθέσεις του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ κατά ευρωπαϊκών κυβερνήσεων. Ο Τραμπ κατηγόρησε τη Γαλλία ότι έκλεισε τον εναέριο χώρο της σε αεροσκάφη που μεταφέρουν στρατιωτικό υλικό προς το Ισραήλ, χαρακτηρίζοντας το Παρίσι «ΠΟΛΥ ΑΝΟΦΕΛΟ» και προειδοποιώντας ότι «οι ΗΠΑ θα ΘΥΜΟΥΝΤΑΙ».
Ταυτόχρονα, προειδοποίησε ότι η διασφάλιση της διέλευσης από τα Στενά του Ορμούζ –ζωτικής σημασίας θαλάσσια αρτηρία για τις παγκόσμιες ροές πετρελαίου– θα είναι πλέον ευθύνη των Ευρωπαίων και όχι της Ουάσινγκτον. Με το ιρανικό μπλόκο να πιέζει ανοδικά τις τιμές καυσίμων, ο Τραμπ απηύθυνε το κυνικό μήνυμα: «Πηγαίνετε να βρείτε το δικό σας πετρέλαιο!».
Η σύγκρουση αυτή αγγίζει τον πυρήνα της διατλαντικής αρχιτεκτονικής ασφαλείας. Η αμερικανική πλευρά θεωρεί ότι επωμίζεται δυσανάλογο βάρος, τόσο οικονομικά όσο και στρατιωτικά, ενώ οι Ευρωπαίοι βλέπουν τον πόλεμο με το Ιράν ως σύγκρουση με υψηλό ρίσκο κλιμάκωσης, στην οποία δεν θέλουν να εμπλακούν άμεσα. Η απειλή Ρούμπιο για επανεξέταση της αξίας του ΝΑΤΟ αποτελεί μοχλό πίεσης, αλλά ταυτόχρονα ανοίγει τη συζήτηση για ένα ενδεχόμενο ανασχεδιασμό της συμμαχίας σε μια περίοδο όπου η Ευρώπη αντιμετωπίζει ταυτόχρονα τον πόλεμο στην Ουκρανία και μια κλιμακούμενη ενεργειακή αβεβαιότητα.
Σχόλιο
: Οι δηλώσεις Ρούμπιο δεν είναι απλώς στιγμιαία ρητορική· αποτελούν μέρος μιας συστηματικής αμερικανικής στρατηγικής μετακύλισης κόστους προς την Ευρώπη. Αν η Ουάσινγκτον συνδέσει την παραμονή της στο ΝΑΤΟ με τη διαθεσιμότητα ευρωπαϊκών βάσεων για επιχειρήσεις εκτός ευρωπαϊκού εδάφους, η Συμμαχία κινδυνεύει να μετατραπεί από αμυντικό σχήμα συλλογικής ασφάλειας σε εργαλείο ad hoc εκστρατειών. Για την Ευρώπη –και κατ’ επέκταση για χώρες όπως η Ελλάδα που βασίζονται στο ΝΑΤΟ για αποτροπή– το διακύβευμα είναι αν θα αναλάβει μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία ή θα αποδεχθεί μια πιο απαιτητική, αλλά και πιο ασταθή, αμερικανική ηγεσία.






