Η κυβέρνηση ανακοινώνει πακέτο παρεμβάσεων 700 εκατ. ευρώ σε ορίζοντα πενταετίας για τη μείωση του ενεργειακού κόστους της βιομηχανίας. Ο ΣΕΒ το χαρακτηρίζει θετικό βήμα, αλλά υπογραμμίζει ότι δεν επιλύει δομικά το πρόβλημα της ανταγωνιστικότητας.
Ένα πολυεπίπεδο πακέτο τριών παρεμβάσεων, συνολικού ύψους 700 εκατ. ευρώ στην πενταετία 2026-2030, παρουσίασε η κυβέρνηση με στόχο τη μείωση του ενεργειακού κόστους για τις ενεργοβόρες και λοιπές βιομηχανίες. Παρά το μέγεθος του ποσού, το πακέτο δεν συνδέεται με άμεση επιδότηση της τιμής της κιλοβατώρας, γεγονός που περιορίζει την άμεση επίδρασή του στους λογαριασμούς ρεύματος.
Οι τρεις άξονες του πακέτου στήριξης
Πρώτος πυλώνας είναι η ενίσχυση του μηχανισμού αντιστάθμισης έναντι του κόστους εκπομπών CO2. Οι αποζημιώσεις προς τις ενεργοβόρες βιομηχανίες αυξάνονται, με το ετήσιο πρόσθετο όφελος να υπολογίζεται σε περίπου 75 εκατ. ευρώ για κάθε έτος της περιόδου 2026-2030. Πρόκειται για στοχευμένο εργαλείο που αφορά κυρίως τις βαριές βιομηχανίες, οι οποίες επιβαρύνονται περισσότερο από το κόστος άνθρακα.
Δεύτερη παρέμβαση είναι η μείωση κατά 50% της χρέωσης για τις Υπηρεσίες Κοινής Ωφέλειας (ΥΚΩ), από 1η Ιουλίου 2026. Από αυτήν θα ωφεληθούν περίπου 23.000 επιχειρήσεις υψηλής, μέσης και χαμηλής τάσης, με το ετήσιο όφελος να εκτιμάται σε 25 εκατ. ευρώ. Πρόκειται για το μοναδικό μέτρο που μειώνει άμεσα ρυθμιζόμενες χρεώσεις στους λογαριασμούς.
Ο τρίτος άξονας αφορά επιχορηγήσεις μέσω του Ταμείου Εκσυγχρονισμού, προϋπολογισμού 200 εκατ. ευρώ, για επενδύσεις εξοικονόμησης ενέργειας και εξηλεκτρισμού στη βιομηχανία. Δικαιούχοι θα είναι βιομηχανίες όλων των τάσεων, με τους όρους υπαγωγής να εξειδικεύονται έως τον Ιούνιο. Επιλέξιμα επενδυτικά σχέδια θα είναι όσα εντάσσονται στις στρατηγικές επενδύσεις και επιτυγχάνουν τουλάχιστον 10% εξοικονόμηση ενέργειας.
Ανταγωνιστικότητα, διαπραγμάτευση με Κομισιόν και κριτική
Τα μέτρα ανακοινώθηκαν μετά από συνάντηση του υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας Στέφανου Παπασταύρου, του υφυπουργού Νίκου Τσάφου και του υπουργού Ανάπτυξης Τάκη Θεοδωρικάκου με τον πρόεδρο του ΣΕΒ Σπύρο Θεοδωρόπουλο. Ο τελευταίος χαρακτήρισε το πακέτο «βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση», διευκρινίζοντας όμως ότι «τα μέτρα δεν λύνουν το πρόβλημα». Το όφελος είναι μεγαλύτερο για τις ενεργοβόρες βιομηχανίες μέσω της αντιστάθμισης, ενώ για τις υπόλοιπες επιχειρήσεις περιορίζεται ουσιαστικά στη μείωση των ΥΚΩ.
Ο ΣΕΒ έχει καταθέσει πρόσθετες προτάσεις με αιχμή τον μηχανισμό διακοψιμότητας, ζητώντας βαθύτερη ελάφρυνση του παραγωγικού κόστους. Η κυβέρνηση, από την πλευρά της, τονίζει τη δυσκολία της διαπραγμάτευσης με τις Βρυξέλλες για τη διαμόρφωση ενός νομικά ασφαλούς πλαισίου κρατικών ενισχύσεων.
Κρίσιμη παράμετρος της συμφωνίας με την Κομισιόν ήταν ο εθνικός συντελεστής CO2, που καθορίζει τα ποσά αντιστάθμισης. Αρχική πρόταση της Επιτροπής προέβλεπε μείωσή του από 0,73 τόνους CO2/MWh στα τέλη του 2025 σε 0,58 τόνους έως το 2030, λόγω της απόσυρσης των λιγνιτικών μονάδων. Τελικά, η Ελλάδα κατάφερε να «κλειδώσει» υψηλότερο συντελεστή, στα 0,82 τόνους CO2/MWh, αποτρέποντας σημαντική μείωση των διαθέσιμων πόρων για τη βιομηχανία.
Οι δυνητικοί δικαιούχοι των επενδυτικών επιχορηγήσεων περιλαμβάνουν κλάδους όπως το αλουμίνιο, το τσιμέντο και η χημική βιομηχανία, με έργα που μπορεί να αφορούν εξηλεκτρισμό ψύξης και θέρμανσης, ηλεκτροκίνηση εταιρικών στόλων και αναβάθμιση κτιριακών εγκαταστάσεων.
Η συνολική εικόνα είναι ένα μείγμα βραχυπρόθεσμης ανακούφισης και μεσομακροπρόθεσμης στροφής σε πιο αποδοτικές και «πράσινες» τεχνολογίες, χωρίς όμως μια δραστική μείωση της τιμής του βιομηχανικού ρεύματος εδώ και τώρα.
Σχόλιο
: Το πακέτο λειτουργεί περισσότερο ως «μαξιλάρι» προσαρμογής στη νέα, ακριβότερη ενεργειακή εποχή παρά ως πραγματικό game changer για την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής βιομηχανίας. Η επιτυχία στη διαπραγμάτευση του συντελεστή CO2 εξασφαλίζει σημαντικούς πόρους, όμως η απουσία άμεσης παρέμβασης στην τιμή της κιλοβατώρας αφήνει τις εξαγωγικές επιχειρήσεις εκτεθειμένες στον σκληρό ευρωπαϊκό ανταγωνισμό. Το στοίχημα μεταφέρεται πλέον στην ταχύτητα υλοποίησης των επενδύσεων εξοικονόμησης και στην υιοθέτηση πρόσθετων διαρθρωτικών εργαλείων, όπως η διακοψιμότητα, αν η κυβέρνηση θέλει να μιλά για πραγματική βιομηχανική πολιτική και όχι για αποσπασματική διαχείριση κόστους.






