Νέα πολιτική αντιπαράθεση προκαλεί η διαδικασία ανανέωσης της θητείας των εντεταλμένων Ευρωπαίων Εισαγγελέων στην Ελλάδα. Ο Άδωνις Γεωργιάδης επανέρχεται, επιμένοντας ότι η αρμοδιότητα ανήκει στο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο.
Στο επίκεντρο μιας ακόμη σφοδρής πολιτικής αντιπαράθεσης βρίσκεται η ανανέωση της θητείας των Ελλήνων εντεταλμένων Ευρωπαίων Εισαγγελέων, με αφορμή ανάρτηση του υπουργού Υγείας Άδωνι Γεωργιάδη. Ο ίδιος υποστηρίζει ότι η απόφαση για το αν θα παραμείνουν ή όχι στη θέση τους θα ληφθεί εντός Μαΐου από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο (ΑΔΣ) του Αρείου Πάγου, κατηγορώντας την αντιπολίτευση –και ειδικά το ΠΑΣΟΚ– για άγνοια του θεσμικού πλαισίου και «τοξική» στάση.
Θεσμικό πλαίσιο και ρόλος του Αρείου Πάγου
Ο Άδωνις Γεωργιάδης υπενθυμίζει ότι, σε τηλεοπτική του εμφάνιση, είχε αποκαλύψει πως η ανανέωση της θητείας των εντεταλμένων Ευρωπαίων Εισαγγελέων θα κριθεί από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο, επικαλούμενος το άρθρο 90 του Συντάγματος και τον Νόμο 4786/2021, με τον οποίο συστάθηκε ο θεσμός της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας στην Ελλάδα. Κατά τον υπουργό, το σχετικό ρεπορτάζ από τον Άρειο Πάγο και η μετέπειτα δημόσια τοποθέτηση του υπουργού Δικαιοσύνης Γιώργου Φλωρίδη, ότι η απόφαση θα ληφθεί πράγματι από το ΑΔΣ μέσα στον Μάιο, επιβεβαιώνουν την αρχική του θέση.
Ο Γεωργιάδης σπεύδει να διευκρινίσει ότι δεν παρεμβαίνει στην ουσία της επερχόμενης απόφασης, υπογραμμίζοντας πως αυτή «θα είναι μια ανεπηρέαστη απόφαση των Δικαστών». Ωστόσο, εμφανίζεται αποφασισμένος να υπερασπιστεί την ακρίβεια όσων είχε δηλώσει ως προς τη διαδικασία, θέτοντας ζήτημα σεβασμού της συνταγματικής τάξης και των αρμοδιοτήτων της δικαστικής εξουσίας.
Πολιτική διάσταση και κατηγορίες για «συνωμοσιολογία»
Στο πολιτικό σκέλος, ο υπουργός Υγείας εξαπολύει πυρά κατά της αντιπολίτευσης και κυρίως του ΠΑΣΟΚ, το οποίο –όπως λέει– υιοθέτησε δημοσιεύματα και επικρίσεις εις βάρος του με επίσημη ανακοίνωση. Κατηγορεί το κόμμα ότι «ούτε γνωρίζει το άρθρο 90 του Συντάγματος, ούτε τις προβλέψεις του Νόμου 4786/2021» και κάνει λόγο για αφήγημα που διαχωρίζει σε «καλή» την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και σε «κακούς» τους Έλληνες δικαστές, χαρακτηρίζοντας αυτή τη στάση «ντροπή και ασχετοσύνη τεραστίου μεγέθους».
Η υπόθεση αναδεικνύει για ακόμη μία φορά το ευαίσθητο σημείο συνάντησης εθνικής δικαιοσύνης και ευρωπαϊκών θεσμών, σε ένα περιβάλλον όπου η εμπιστοσύνη στους θεσμούς και η θεσμική επάρκεια των πολιτικών δυνάμεων δοκιμάζονται. Η τελική απόφαση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου θα έχει όχι μόνο υπηρεσιακό, αλλά και ισχυρό πολιτικό αποτύπωμα, καθώς θα κριθεί αν η κυβέρνηση και η αντιπολίτευση διαχειρίστηκαν με θεσμική ψυχραιμία ή με επικοινωνιακούς όρους ένα κατ’ εξοχήν θεσμικό ζήτημα.
Σχόλιο
: Η κόντρα γύρω από τους εντεταλμένους Ευρωπαίους Εισαγγελείς αποκαλύπτει πόσο εύκολα ένα τεχνικό, θεσμικό ζήτημα μετατρέπεται σε πεδίο μικροκομματικής σύγκρουσης. Αντί για νηφάλια συζήτηση πάνω στο πώς ισορροπεί η ελληνική δικαιοσύνη με τις ευρωπαϊκές δομές, κυριαρχεί η ρητορική περί «συνωμοσιών» και «άγνοιας». Το διακύβευμα, όμως, είναι η αξιοπιστία της χώρας σε επίπεδο κράτους δικαίου – όχι η επικοινωνιακή νίκη της μιας ή της άλλης παράταξης.






