Ο Άδωνις Γεωργιάδης υπερασπίζεται την επιλογή του να ψηφίσει υπέρ της άρσης ασυλίας 13 βουλευτών της ΝΔ για τον ΟΠΕΚΕΠΕ. Ταυτόχρονα, διαχωρίζει το ρουσφέτι από την έννοια του ποινικού αδικήματος, προκαλώντας έντονη πολιτική και θεσμική συζήτηση.
Στη δημόσια επιχειρηματολογία του για την υπόθεση ΟΠΕΚΕΠΕ και την άρση ασυλίας των 13 βουλευτών της Νέας Δημοκρατίας επανήλθε ο υπουργός Υγείας Άδωνις Γεωργιάδης, επιχειρώντας να προλάβει ερμηνείες και πολιτικές πιέσεις. Μιλώντας στην τηλεόραση του Action24, υπενθύμισε ότι ήδη από το προηγούμενο βράδυ είχε εξηγήσει τη στάση του με ανάρτηση στα κοινωνικά δίκτυα, ώστε –όπως είπε– «να μην σέρνεται το όνομά μου σε σεναριολογία».
Η διάκριση μεταξύ ρουσφετιού και παρανομίας
Κεντρικό σημείο της τοποθέτησής του ήταν η προσπάθεια να διαχωρίσει την έννοια του ρουσφετιού ή, όπως ο ίδιος προτιμά να το αποκαλεί, της «πολιτικής διαμεσολάβησης», από την έννοια της ποινικά κολάσιμης πράξης. Απαντώντας σε επικριτικά σχόλια που τον εμφάνιζαν να υπερασπίζεται το ρουσφέτι, ο υπουργός αντέτεινε πως έχει «πρωταγωνιστήσει σε μια σειρά μεταρρυθμίσεων» τόσο στο υπουργείο Εργασίας όσο και στο υπουργείο Υγείας, με στόχο να καταστεί η πελατειακή μεσολάβηση ολοένα και λιγότερο χρήσιμη για τους πολίτες.
Ωστόσο, έθεσε ρητά το ερώτημα: «Το ρουσφέτι είναι κατ’ ανάγκη παράνομο; Πρέπει να έχει ποινικές κυρώσεις;». Η δική του απάντηση ήταν σαφής: «Κατά τη γνώμη μου, όχι». Η θέση αυτή ανοίγει ευρύτερη θεσμική συζήτηση για το πού τελειώνει η πολιτική διαμεσολάβηση και πού αρχίζει η κατάχρηση εξουσίας, ειδικά σε έναν δημόσιο τομέα που παραμένει ευάλωτος σε πελατειακές πρακτικές.
Η υπόθεση ΟΠΕΚΕΠΕ και η πρόβλεψη «αθώωσης»
Αναφερόμενος ειδικά στις 13 δικογραφίες που αφορούν βουλευτές της ΝΔ για την υπόθεση ΟΠΕΚΕΠΕ, ο Άδωνις Γεωργιάδης υποστήριξε ότι «καμία πράξη από τις πράξεις που έχουν έρθει στη Βουλή […] δεν είναι παράνομη πράξη». Όπως είπε, έχει διαβάσει «μία προς μία» τις δικογραφίες και, ασκώντας πολιτική κρίση, εκτίμησε ότι «θα αθωωθούν όλοι».
Παρά τις κατηγορίες ότι «ο Άδωνις έγινε δικαστής», απάντησε πως δεν υποκαθιστά τη Δικαιοσύνη, αλλά επικαλείται τον «κοινό νου» για να διατυπώσει πρόβλεψη, την οποία αναγνωρίζει ότι μπορεί να διαψευστεί. Η στάση του ενισχύει το μήνυμα κομματικής συσπείρωσης γύρω από τους εμπλεκόμενους βουλευτές, αλλά ταυτόχρονα αναδεικνύει το διαχρονικό ελληνικό παράδοξο: η πολιτική τάξη να καταδικάζει ρητορικά το ρουσφέτι, ενώ σε επίπεδο πρακτικής αφήνει γκρίζες ζώνες μεταξύ πολιτικής εξυπηρέτησης και θεσμικής λογοδοσίας.
Σχόλιο
: Η δήλωση ότι το ρουσφέτι δεν πρέπει να έχει ποινικές κυρώσεις αποτυπώνει μια βαθιά ριζωμένη πολιτική κουλτούρα, όπου η «διαμεσολάβηση» θεωρείται σχεδόν θεσμικό συστατικό της πολιτικής. Για μια οικονομία που επενδυτές και πολίτες ζητούν προβλεψιμότητα και αξιοκρατία, η θολή γραμμή μεταξύ εξυπηρέτησης και παρανομίας παραμένει δομικό εμπόδιο. Η υπόθεση ΟΠΕΚΕΠΕ λειτουργεί ως τεστ αξιοπιστίας: όχι μόνο για τη Δικαιοσύνη, αλλά και για το αν το πολιτικό σύστημα είναι διατεθειμένο να αποδεσμευτεί πραγματικά από το πελατειακό μοντέλο και να επενδύσει σε θεσμούς αντί για «τηλέφωνα».






