Οι εκτεταμένες οικονομικές κυρώσεις σε Ιράν και Ρωσία δεν πέτυχαν αλλαγή καθεστώτος, αλλά ενίσχυσαν αυταρχισμό και αντιδυτικά μπλοκ. Το πραγματικό κόστος μεταφέρεται σε μεσαίες τάξεις, διασπορά και ίδιες τις δυτικές οικονομίες.
Η συζήτηση για την αποτελεσματικότητα των οικονομικών κυρώσεων επανέρχεται με ένταση, καθώς η κλιμάκωση της σύγκρουσης με το Ιράν και η πολυετής τιμωρητική πολιτική έναντι της Ρωσίας δεν έχουν οδηγήσει σε αλλαγή καθεστώτος, αλλά αντίθετα σε παράπλευρες απώλειες για τη Δύση. Η βρετανική οικονομία υφίσταται ισχυρό πλήγμα από την άνοδο των τιμών ενέργειας και τις διαταραχές στις ροές πετρελαίου από τον Περσικό Κόλπο, ενώ η ίδια η Ρωσία καταγράφει ρυθμούς ανάπτυξης υψηλότερους από της Βρετανίας τα τελευταία χρόνια.
Κυρώσεις χωρίς πολιτικό αποτέλεσμα
Οι κυρώσεις κατά της Μόσχας για την εισβολή στην Ουκρανία παρουσιάστηκαν ως «συντριπτικό οικονομικό όπλο» που θα ανάγκαζε τον Βλαντίμιρ Πούτιν να αναδιπλωθεί. Παρ’ όλα αυτά, το Κρεμλίνο παραμένει σταθερά στην εξουσία, ενώ η ρωσική οικονομία προσαρμόστηκε μέσω ανακατεύθυνσης του εμπορίου και εμβάθυνσης δεσμών με μη δυτικές δυνάμεις. Αντίστοιχα, οι πολυετείς κυρώσεις στο Ιράν, αρχικά για το πυρηνικό του πρόγραμμα και πλέον με στόχο την αποδυνάμωση του καθεστώτος των αγιατολάχ, δεν έχουν επιτύχει τον δηλωμένο στόχο. Αντιθέτως, το πυρηνικό πρόγραμμα προχώρησε και το πολιτικό σύστημα παραμένει σκληροπυρηνικό.
Σήμερα, περίπου τριάντα χώρες βρίσκονται στο στόχαστρο αμερικανικών κυρώσεων, συχνά με τη σύμπλευση ευρωπαϊκών κυβερνήσεων. Κοινός παρονομαστής: τα περισσότερα καθεστώτα παραμένουν στη θέση τους. Η ιστορική ανάλυση, όπως καταγράφεται και στο βιβλίο «The Economic Weapon» του Nicholas Mulder, δείχνει ότι οι κυρώσεις σπάνια πετυχαίνουν πολιτική αλλαγή, εκτός αν πρόκειται για μικρά, πλήρως εξαρτημένα κράτη. Το εμπόριο βρίσκει διεξόδους, ειδικά σε έναν πολυπολικό κόσμο.
Διαρροή μεσαίων τάξεων και ενίσχυση των BRICS
Η πιο σοβαρή, αλλά λιγότερο συζητημένη συνέπεια είναι η αποψίλωση των κοινωνικών στρωμάτων που θα μπορούσαν να στηρίξουν δημοκρατική μετάβαση. Στο Ιράν, από την επανάσταση του 1979, εκατομμύρια πολίτες έχουν μεταναστεύσει. Πάνω από τέσσερα εκατομμύρια Ιρανοί ζουν πλέον στο εξωτερικό, μεγάλο μέρος τους προερχόμενο από τις μορφωμένες μεσαίες τάξεις: γιατροί, μηχανικοί, ακαδημαϊκοί, επιχειρηματίες. Αυτές οι ομάδες, που στήριξαν τις μεταρρυθμιστικές προσπάθειες της εποχής Χαταμί, θα μπορούσαν να αποτελέσουν κορμό μιας μελλοντικής εναλλακτικής ελίτ. Αντί γι’ αυτό, ενισχύουν τα συστήματα υγείας και τις οικονομίες της Ευρώπης και των ΗΠΑ.
Παρόμοια είναι η εικόνα στη Ρωσία. Μετά την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού, αναδύθηκε μια δυναμική αστική τάξη που συνομιλούσε με τη Δύση και άνοιγε παράθυρα εσωτερικού διαλόγου. Οι διαδοχικές κυρώσεις και η κλιμακούμενη «ρωσοφοβία» στη Δύση ωθούν πολλούς από αυτούς στη μετανάστευση ή στην απομόνωση. Ταυτόχρονα, οι κυρώσεις λειτούργησαν ως καταλύτης για τη σύσφιξη του αντιδυτικού οικονομικού μπλοκ: η συνεργασία Ρωσίας – Κίνας ενισχύθηκε, ενώ ο άξονας BRICS εξελίσσεται σε εναλλακτικό κέντρο βάρους για τον παγκόσμιο Νότο, σε αντιδιαστολή με το G7.
Ανάγκη στροφής από τη σκληρή στην ήπια ισχύ
Οι κυρώσεις ικανοποιούν πολιτικές και επικοινωνιακές ανάγκες στη Δύση: δείχνουν «σκληρή στάση» χωρίς χρήση στρατιωτικής βίας. Όμως, στην πράξη, ενισχύουν την εσωτερική καταστολή στα στοχοποιημένα καθεστώτα, καθώς αυτά κλείνουν τα σύνορα, σκληραίνουν τον έλεγχο και εργαλειοποιούν την πολιορκία για εθνικιστική συσπείρωση. Οι πραγματικοί χαμένοι είναι οι σιωπηλές κοινωνικές πλειοψηφίες και οι δυνάμεις της αντιπολίτευσης που αποκόπτονται από ακαδημαϊκές, πολιτιστικές και οικονομικές ανταλλαγές.
Αν η Δύση επιδιώκει όντως αλλαγή συμπεριφοράς ή καθεστώτος χωρίς στρατιωτική επέμβαση, χρειάζεται μια στρατηγική ήπιας ισχύος: ενίσχυση επαφών, υποτροφίες, πολιτιστική διπλωματία, δίκτυα συνεργασίας με τις μεσαίες τάξεις και την κοινωνία των πολιτών. Ιστορικά, οι αυταρχισμοί ρηγματώνονται όταν αναδύονται εναλλακτικές ελίτ με πρόσβαση σε ιδέες, κεφάλαια και διεθνή νομιμοποίηση. Αυτό προϋποθέτει «γέφυρες», όχι τείχη.
Σχόλιο
: Η συζήτηση για τις κυρώσεις αφορά άμεσα και την Ελλάδα, ως μέλος ΕΕ και ΝΑΤΟ που υφίσταται δευτερογενείς οικονομικές επιπτώσεις από ενεργειακές κρίσεις και ανακατατάξεις στο παγκόσμιο εμπόριο. Η τυφλή ευθυγράμμιση σε κυρωτικές πολιτικές χωρίς σαφή στρατηγικό στόχο και ρεαλιστικό οδικό χάρτη εξόδου εγκυμονεί κινδύνους: μεταφορά κόστους σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις, απώλεια πρόσβασης σε κρίσιμες αγορές και αποξένωση κοινωνιών με τις οποίες θα έπρεπε να διατηρούνται δίαυλοι επικοινωνίας. Για την ΕΕ, η αναθεώρηση του εργαλείου των κυρώσεων με κριτήριο την αποτελεσματικότητα και όχι τη σημειολογία ισχύος είναι πλέον ζήτημα στρατηγικής επιβίωσης.






