Ομοσπονδιακός δικαστής στις ΗΠΑ έκρινε παράνομο το προεδρικό διάταγμα Τραμπ που διέκοπτε τη χρηματοδότηση των δημόσιων ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών NPR και PBS. Η υπόθεση αγγίζει τον πυρήνα της ελευθερίας του λόγου και της ανεξαρτησίας των ΜΜΕ.
Σε μια απόφαση με ιδιαίτερη βαρύτητα για την ελευθερία του Τύπου στις Ηνωμένες Πολιτείες, ομοσπονδιακός δικαστής μπλόκαρε το προεδρικό διάταγμα του Ντόναλντ Τραμπ που προέβλεπε τη διακοπή της ομοσπονδιακής χρηματοδότησης προς το National Public Radio (NPR) και το Public Broadcasting Service (PBS). Η απόφαση θεωρείται κομβική, καθώς συνδέει ευθέως τη χρηματοδότηση των δημόσιων μέσων με τη συνταγματική προστασία της ελευθερίας του λόγου.
Παράνομο το διάταγμα Τραμπ για διακοπή χρηματοδότησης
Ο δικαστής Ράντολφ Μος του Ομοσπονδιακού Πρωτοδικείου, ο οποίος είχε διοριστεί από τον Μπαράκ Ομπάμα, έκρινε ότι το εκτελεστικό διάταγμα που υπέγραψε ο Τραμπ τον Μάιο του 2025 ήταν παράνομο. Το διάταγμα έδινε εντολή στην Corporation for Public Broadcasting να σταματήσει, άμεσα ή έμμεσα, τη ροή πόρων προς το NPR και το PBS.
Ο Μος επισήμανε ότι η Πρώτη Τροπολογία του Συντάγματος «δεν ανέχεται διακρίσεις ως προς τις απόψεις ούτε αντίποινα αυτού του τύπου». Στην απόφασή του σημείωσε πως «είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς πιο σαφές παράδειγμα κυβερνητικής ενέργειας που στοχεύει σε απόψεις τις οποίες ο Πρόεδρος δεν εγκρίνει και επιδιώκει να φιμώσει».
Η κυβέρνηση Τραμπ υποστήριζε ότι το NPR και το PBS προωθούν «φιλελεύθερη μεροληψία» και, ως εκ τούτου, δεν θα έπρεπε να επιδοτούνται από τους φορολογούμενους. Πέρα από το διάταγμα, ο Τραμπ είχε υπογράψει τον Ιούλιο και δέσμη μέτρων που ακύρωναν περίπου 1,1 δισ. δολάρια τα οποία είχαν δεσμευθεί για τη δημόσια ραδιοτηλεόραση, προκαλώντας βαθιά δημοσιονομική πληγή στο οικοσύστημα των δημόσιων μέσων, ιδιαίτερα στην περιφέρεια.
Πολιτική σύγκρουση για τα ΜΜΕ και ο ρόλος της Δικαιοσύνης
Η απόφαση Μος δεν κλείνει οριστικά το ζήτημα, καθώς θεωρείται βέβαιο ότι θα ακολουθήσει προσφυγή σε ανώτερο δικαστήριο. Ωστόσο, στέλνει σαφές μήνυμα ότι η χρήση δημοσιονομικών εργαλείων για την τιμωρία μέσων ενημέρωσης λόγω της γραμμής τους προσκρούει στον πυρήνα της Πρώτης Τροπολογίας.
Ο Λευκός Οίκος, διά στόματος της εκπροσώπου Άμπιγκεϊλ Τζάκσον, αντέδρασε έντονα, χαρακτηρίζοντας την απόφαση «γελοία» και τον δικαστή «ακτιβιστή που επιχειρεί να υπονομεύσει τον νόμο». Η ρητορική αυτή εντάσσεται στη διαρκή αντιπαράθεση της κυβέρνησης Τραμπ με τα ΜΜΕ, τα οποία συχνά παρουσιάζονται ως «εχθροί του λαού».
Παράλληλα, σε άλλη υπόθεση που αναδεικνύει τις εντάσεις γύρω από τα δημόσια και ημιδημόσια μέσα, τριμελές εφετείο ανέστειλε την εφαρμογή προηγούμενης απόφασης ομοσπονδιακού δικαστή, ο οποίος είχε κρίνει παράνομη την απόφαση της κυβέρνησης να θέσει εκατοντάδες εργαζόμενους του Voice of America σε υποχρεωτική αργία μετ’ αποδοχών. Η αναστολή σημαίνει ότι η επιστροφή τους στην εργασία καθυστερεί, μέχρι να κριθεί οριστικά η υπόθεση σε ανώτερο βαθμό.
Οι δύο υποθέσεις φωτίζουν τον τρόπο με τον οποίο η εκτελεστική εξουσία στις ΗΠΑ επιχειρεί να επανακαθορίσει τα όρια επιρροής της στα δημόσια και κρατικά χρηματοδοτούμενα μέσα, και τον ρόλο της Δικαιοσύνης ως αντίβαρο σε πολιτικές παρεμβάσεις που αγγίζουν την ελευθερία του λόγου.
Σχόλιο
: Η σύγκρουση Τραμπ με το NPR και το PBS δείχνει πώς η δημόσια χρηματοδότηση μπορεί να μετατραπεί σε εργαλείο πολιτικής πίεσης στα ΜΜΕ. Η παρέμβαση της Δικαιοσύνης υπενθυμίζει ότι, σε ώριμες δημοκρατίες, η ανεξαρτησία της ενημέρωσης δεν προστατεύεται μόνο θεσμικά αλλά και μέσω αυστηρού ελέγχου της εκτελεστικής εξουσίας, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον για χώρες όπως η Ελλάδα όπου η σχέση κράτους–ΜΜΕ παραμένει διαχρονικά ευαίσθητη.






