Η Τζόρτζια Μελόνι απορρίπτει προς το παρόν την επαναφορά ρωσικού αερίου, παρά την ενεργειακή αναταραχή από τον πόλεμο στο Ιράν. Η Ρώμη ισορροπεί ανάμεσα σε ενεργειακή ασφάλεια και διατήρηση της οικονομικής πίεσης προς τη Μόσχα.
Η Ιταλίδα πρωθυπουργός Τζόρτζια Μελόνι έστειλε σαφές μήνυμα ότι η Ρώμη δεν προτίθεται, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα, να επανεξετάσει τη χρήση ρωσικού φυσικού αερίου, παρά τη νέα ένταση στην παγκόσμια αγορά ενέργειας λόγω του πολέμου στο Ιράν και του περιορισμού της προσφοράς. Η συζήτηση αφορά κυρίως το ενδεχόμενο χαλάρωσης των ευρωπαϊκών περιορισμών στις εισαγωγές ρωσικού LNG από τον Ιανουάριο του 2027.
Πολιτικό μήνυμα: οι κυρώσεις ως «όπλο» για την ειρήνη
Η Μελόνι υπογράμμισε ότι η ενεργειακή διάσταση δεν μπορεί να αποσπαστεί από το ουκρανικό μέτωπο. «Ελπίζω ότι όταν το ζήτημα έρθει στην επιφάνεια τον Ιανουάριο του 2027, θα έχουμε σημειώσει πρόοδο όσον αφορά στην επίτευξη ειρήνης στην Ουκρανία», δήλωσε, συνδέοντας ευθέως το χρονοδιάγραμμα της συζήτησης για το ρωσικό αέριο με τις εξελίξεις στο πεδίο του πολέμου.
Τόνισε ακόμη ότι «δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η οικονομική πίεση που ασκούμε στη Ρωσία είναι το ισχυρότερο μας όπλο για να οικοδομήσουμε την ειρήνη αυτή». Με αυτόν τον τρόπο η Ιταλίδα πρωθυπουργός στοιχίζεται με τη γραμμή εκείνων των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων που θεωρούν πως η διατήρηση των κυρώσεων στην ενέργεια είναι κρίσιμη για την αποδυνάμωση της ρωσικής πολεμικής μηχανής, ακόμη και αν αυτό συνεπάγεται βραχυπρόθεσμο ενεργειακό και πληθωριστικό κόστος.
Διχασμός μεταξύ πολιτικής ηγεσίας και αγοράς ενέργειας
Η Μελόνι δεν είναι η μόνη στην Ιταλία που αντιστέκεται στο ενδεχόμενο αξιοποίησης ρωσικού αερίου εν μέσω της κρίσης. Ο πρώην πρωθυπουργός Τζουζέπε Κόντε δήλωσε πρόσφατα ότι η Ευρώπη δεν θα πρέπει να συνεχίσει να αγοράζει αέριο από τη Ρωσία έως ότου επιτευχθεί μια «έντιμη» συμφωνία για την Ουκρανία, επιβεβαιώνοντας ότι η πολιτική τάξη, ακόμη και πέρα από την κυβέρνηση, αντιμετωπίζει το θέμα πρωτίστως ως ζήτημα αρχής και στρατηγικής αξιοπιστίας.
Στον αντίποδα, σημαντικοί παράγοντες της αγοράς ενέργειας εκφράζουν ανησυχία για τις επιπτώσεις στην ενεργειακή ασφάλεια της χώρας. Ο διευθύνων σύμβουλος της Eni, Κλαούντιο Ντεσκάλτσι, τάχθηκε υπέρ της επανεξέτασης του σχεδίου απαγόρευσης εισαγωγών ρωσικού LNG, υπενθυμίζοντας ότι η Ιταλία εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το φυσικό αέριο για την κάλυψη των ενεργειακών της αναγκών. Η θέση αυτή αντικατοπτρίζει τις πιέσεις από βιομηχανία και καταναλωτές, που ήδη υφίστανται το βάρος των υψηλών τιμών καυσίμων.
Ο πόλεμος στο Ιράν, τα Στενά του Ορμούζ και η ιταλική στρατηγική
Η συζήτηση αυτή διεξάγεται ενώ η Ιταλία πλήττεται ιδιαίτερα από το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, ενός κομβικού διαύλου για τις παγκόσμιες ροές ενέργειας και εμπορευμάτων. Οι περιορισμοί στη ναυσιπλοΐα έχουν επιτείνει την αβεβαιότητα στην τροφοδοσία και έχουν συμβάλει στην άνοδο των τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου, αναγκάζοντας τη Ρώμη να επιταχύνει την αναζήτηση εναλλακτικών προμηθευτών.
Η ιταλική κυβέρνηση επιχειρεί έτσι μια δύσκολη άσκηση ισορροπίας: από τη μία, να διασφαλίσει επαρκείς ποσότητες ενέργειας σε ανεκτό κόστος· από την άλλη, να μην υπονομεύσει το ευρωπαϊκό μέτωπο κυρώσεων, το οποίο η Μελόνι περιγράφει ως βασικό εργαλείο για την επίτευξη μιας βιώσιμης ειρήνης στην Ουκρανία. Η τελική απόφαση για το ρωσικό LNG το 2027 θα αποτελέσει, όπως όλα δείχνουν, κρίσιμο τεστ συνοχής για την ΕΕ και για την αξιοπιστία της ιταλικής ενεργειακής στρατηγικής.
Σχόλιο
: Η στάση Μελόνι δείχνει ότι, παρά την ασφυκτική ενεργειακή συγκυρία, η Ρώμη δεν είναι διατεθειμένη να ανταλλάξει την πολιτική αξιοπιστία και τη γραμμή σκληρών κυρώσεων κατά της Μόσχας με μια βραχυπρόθεσμη ανακούφιση στις τιμές ενέργειας· η σύγκρουση μεταξύ γεωπολιτικής και ενεργειακής ασφάλειας θα οξυνθεί όσο πλησιάζει το 2027.






