Μικρή υποχώρηση στις διεθνείς τιμές πετρελαίου δεν μεταφράζεται σε ουσιαστική ανάσα για τους οδηγούς. Η τιμή γύρω στα 2 ευρώ ανά λίτρο διαμορφώνεται σε νέα «κανονικότητα», με τους φόρους να κρατούν ψηλά το τελικό κόστος.
Μια περιορισμένη αποκλιμάκωση στις τιμές των καυσίμων καταγράφεται τις τελευταίες ημέρες, ως αντανάκλαση της πτώσης στις διεθνείς τιμές του αργού και του μπρεντ. Ωστόσο, για τους Έλληνες καταναλωτές η εικόνα στην αντλία παραμένει αποθαρρυντική: η βενζίνη κινείται σταθερά γύρω από τα 2 ευρώ το λίτρο, επίπεδο που, σύμφωνα με τους ανθρώπους της αγοράς, τείνει να παγιωθεί.
Διεθνείς τιμές πέφτουν, αντλία «κολλάει» στα 2 ευρώ
Ο πρώην πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Πρατηριούχων Καυσίμων, Γιώργος Ασμάτογλου, περιγράφει μια αγορά όπου η διόρθωση στο αργό πετρέλαιο δεν μεταφέρεται αναλογικά στον τελικό καταναλωτή. Όπως σημειώνει, η τιμή του μπρεντ έχει υποχωρήσει από τα 100-104 δολάρια στα περίπου 95 δολάρια το βαρέλι, ενώ το αμερικανικό αργό διαπραγματεύεται γύρω στα 91 δολάρια. Παρά ταύτα, το τελικό προϊόν διύλισης «εξακολουθεί να είναι πολύ ακριβό», περιορίζοντας το περιθώριο μειώσεων στις αντλίες.
Ο Ασμάτογλου εκτιμά ότι «η τιμή κοντά στα 2 ευρώ ανά λίτρο φαίνεται πως θα αποτελέσει τη νέα πραγματικότητα», με μικρές διακυμάνσεις λίγο πάνω ή λίγο κάτω, αλλά χωρίς επιστροφή στα προπολεμικά επίπεδα. Η εκτίμηση αυτή συνδέεται άμεσα με το γεωπολιτικό περιβάλλον, καθώς η ενεργειακή κρίση επιδεινώθηκε μετά την έναρξη του πολέμου στο Ιράν στις 28 Φεβρουαρίου, τροφοδοτώντας ανατιμήσεις σε όλο το φάσμα των πετρελαϊκών προϊόντων.
Καθυστέρηση στη μετακύλιση και ρόλος των επιδοτήσεων
Ένα επιπλέον στοιχείο που επιβαρύνει τους οδηγούς είναι η χρονική υστέρηση με την οποία οι διεθνείς διακυμάνσεις φτάνουν στην αντλία. Σύμφωνα με τον Ασμάτογλου, απαιτούνται περίπου τέσσερις ημέρες για να αποτυπωθούν στα πρατήρια οι αλλαγές στις τιμές του αργού, ενώ στην περιφέρεια η καθυστέρηση μπορεί να φτάσει έως και τις 15 ημέρες, λόγω αποθεμάτων και χαμηλότερης κατανάλωσης.
Σήμερα, οι τιμές κάτω από τα 2 ευρώ ανά λίτρο ενσωματώνουν και την κρατική ενίσχυση των 20 λεπτών που έχει δοθεί στα διυλιστήρια και ισχύει μέχρι τον Μάιο. Όταν το συγκεκριμένο μέτρο αποσυρθεί, είναι πιθανό να δούμε νέα ανοδική κίνηση, εφόσον δεν υπάρξει αντιστάθμιση από περαιτέρω πτώση του αργού ή από φορολογικές παρεμβάσεις.
Οι ειδικοί φόροι ως κλειδί για ουσιαστική μείωση
Η καρδιά του προβλήματος, όπως υπογραμμίζει ο πρώην πρόεδρος των πρατηριούχων, βρίσκεται στη φορολογία. «Δεν θα υπάρξει επιστροφή στα προ πολέμου επίπεδα, αν δεν μειωθούν οι ειδικοί φόροι κατανάλωσης, που παραμένουν υψηλοί σε όλη την Ευρώπη», τονίζει, φωτογραφίζοντας τη δομή τιμολόγησης που επιβαρύνει δυσανάλογα τον τελικό λογαριασμό.
Στην Ελλάδα, η υψηλή έμμεση φορολογία στα καύσιμα λειτουργεί ως σταθερός πυλώνας εσόδων για τον προϋπολογισμό, αλλά ταυτόχρονα εντείνει τις πληθωριστικές πιέσεις και διαβρώνει το διαθέσιμο εισόδημα νοικοκυριών και επιχειρήσεων. Η εμμονή των τιμών κοντά στα 2 ευρώ ανά λίτρο ανατροφοδοτεί το κόστος μεταφορών, την τιμολόγηση προϊόντων και υπηρεσιών και, τελικά, την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.
Σε αυτό το πλαίσιο, η συζήτηση για στοχευμένες ή μόνιμες μειώσεις στους ειδικούς φόρους κατανάλωσης αναμένεται να επανέλθει δυναμικά, καθώς η απλή αποκλιμάκωση στις διεθνείς αγορές αποδεικνύεται ανεπαρκής για να προσφέρει ουσιαστική ανακούφιση στους πολίτες.
Σχόλιο
: Η ελληνική αγορά καυσίμων δείχνει ξεκάθαρα τα όρια της πολιτικής των προσωρινών επιδοτήσεων: συγκρατούν βραχυπρόθεσμα την πίεση, αλλά δεν αλλάζουν τη δομή κόστους. Χωρίς γενναία επανεξέταση της φορολογίας στα καύσιμα, η τιμή των 2 ευρώ ανά λίτρο κινδυνεύει να παγιωθεί ως στρατηγικό μειονέκτημα για την οικονομία, επιβαρύνοντας μεταφορές, τουρισμό και βιομηχανία και εγκλωβίζοντας τον πληθωρισμό σε υψηλότερο «πάτωμα» από αυτό που αντέχει η πραγματική οικονομία.






