Η υπόθεση διορισμού του Πίτερ Μάντελσον ως πρεσβευτή στις ΗΠΑ εξελίσσεται σε μείζονα κρίση αξιοπιστίας για τον Κιρ Στάρμερ. Η κατάθεση του ανώτατου διπλωμάτη Όλι Ρόμπινς απογύμνωσε το Νο 10 από άλλοθι και αποδιοπομπαίους τράγους.
Η βρετανική κυβέρνηση βρίσκεται στο επίκεντρο καταιγιστικής κριτικής, καθώς το φιάσκο με τον διορισμό του Πίτερ Μάντελσον ως πρεσβευτή του Ηνωμένου Βασιλείου στις ΗΠΑ αποκαλύπτεται ως προϊόν κακής κρίσης, πολιτικής αλαζονείας και περιφρόνησης των θεσμικών διαδικασιών ασφαλείας. Ο πρωθυπουργός Κιρ Στάρμερ, που ως αρχηγός της αντιπολίτευσης είχε χτίσει προφίλ αυστηρού θεσμικού ελεγκτή, εμφανίζεται πλέον ως πολιτικός που αποτυγχάνει να αναλάβει ευθύνη και εξαντλείται στην αναζήτηση ενόχων γύρω του.
Η επίμαχη τοποθέτηση Μάντελσον και ο ρόλος της Ντάουνινγκ Στριτ
Ο Πίτερ Μάντελσον, ιστορικό στέλεχος των Εργατικών, επελέγη από τον Στάρμερ για τη στρατηγική θέση του πρεσβευτή στην Ουάσινγκτον, παρά το βαρύ προσωπικό και επαγγελματικό του αποτύπωμα: στενή σχέση με καταδικασμένο διακινητή ανηλίκων για σεξουαλική εκμετάλλευση, αλλά και μακρά εμπλοκή σε αμφιλεγόμενες επιχειρηματικές συνεργασίες με ρωσικά και κινεζικά συμφέροντα. Παρά τα σοβαρά αυτά «καμπανάκια», η κυβέρνηση προχώρησε στην ανακοίνωση της τοποθέτησης, υπέβαλε το όνομα στον βασιλιά και ζήτησε επίσημη έγκριση από τις ΗΠΑ, η οποία και δόθηκε.
Κατά την κατάθεσή του στην επιτροπή εξωτερικών υποθέσεων της Βουλής των Κοινοτήτων, ο μόνιμος γραμματέας του Φόρεϊν Όφις, σερ Όλι Ρόμπινς, περιέγραψε ένα περιβάλλον «συνεχούς πίεσης» από το Νο 10 για επιτάχυνση της διαδικασίας. Όπως κατέθεσε, η Ντάουνινγκ Στριτ επέδειξε «γενικά απαξιωτική στάση» έναντι της διεξοδικής εθνικής διαβάθμισης ασφαλείας (developed vetting), ενώ η ίδια η Υπηρεσία του Υπουργικού Συμβουλίου είχε ήδη εντοπίσει σοβαρούς κινδύνους για τη φήμη της κυβέρνησης από την επιλογή Μάντελσον – χωρίς αυτό να μεταβάλει την κρίση του πρωθυπουργού.
Πολιτικός κυνισμός, πελατειακές λογικές και ρήγμα με τη δημόσια διοίκηση
Η υπόθεση δεν περιορίζεται στον Μάντελσον. Ο Ρόμπινς αποκάλυψε ότι το Νο 10 αναζητούσε για τον Μάθιου Ντόιλ, τότε επικεφαλής επικοινωνίας του Στάρμερ, θέση «επικεφαλής αποστολής» στο διπλωματικό σώμα, ζητώντας μάλιστα από τον ίδιο να μην ενημερώσει τον τότε υπουργό Εξωτερικών. Η εικόνα που αναδύεται είναι μιας κυβέρνησης πρόθυμης να θυσιάσει έμπειρους διπλωμάτες ώστε να τοποθετήσει πολιτικά πρόσωπα με σαφώς λιγότερα προσόντα σε καίριες θέσεις.
Η αντίθεση ανάμεσα στην τεχνοκρατική ρητορική του Στάρμερ και την πρακτική του είναι εκκωφαντική. Ο άνθρωπος που κατήγγειλε επί χρόνια τους Συντηρητικούς για θεσμική παρακμή, βρίσκεται τώρα αντιμέτωπος με κατηγορίες ότι υπονομεύει ο ίδιος τις διαδικασίες ελέγχου και ασφάλειας, για να εξυπηρετήσει στενούς συνεργάτες και πολιτικούς συμμάχους. Η απομάκρυνση του ίδιου του Ρόμπινς, έπειτα από την αντίστασή του στις πιέσεις του Νο 10, ενισχύει την αίσθηση ότι η δημόσια διοίκηση τιμωρείται όταν δεν συμμορφώνεται με τις πολιτικές επιθυμίες.
Ο Στάρμερ χωρίς αποδιοπομπαίους τράγους
Μέσα σε λίγους μήνες, ο Στάρμερ έχει δει να αποχωρούν ή να απομακρύνονται ο γενικός γραμματέας του Υπουργικού Συμβουλίου που ο ίδιος διόρισε, ο πρεσβευτής που ο ίδιος επέλεξε, ο μόνιμος γραμματέας του Φόρεϊν Όφις και ο πανίσχυρος μέχρι πρότινος διευθυντής του γραφείου του. Το μοτίβο είναι σαφές: όταν ξεσπά κρίση, κάποιος άλλος πληρώνει το πολιτικό κόστος, ποτέ ο ίδιος ο πρωθυπουργός.
Ωστόσο, η κατάθεση Ρόμπινς περιορίζει δραστικά τα περιθώρια για μετακύλιση ευθυνών. Για πρώτη φορά, η πηγή της πίεσης κατονομάζεται ουσιαστικά ως το ίδιο το πρωθυπουργικό γραφείο, ενώ η επιμονή στην προώθηση προσώπων με βαριά σκιά στις σχέσεις τους και ανεπαρκή θεσμικά εχέγγυα αγγίζει τον πυρήνα της κυβερνητικής αξιοπιστίας. Σε μια περίοδο που η Βρετανία επιχειρεί να ανακτήσει διεθνές κύρος και να σταθεροποιήσει τη θέση της μετά το Brexit, η εικόνα μιας Ντάουνινγκ Στριτ βυθισμένης σε εσωτερικά σκάνδαλα και προσωπικές εξυπηρετήσεις υπονομεύει όχι μόνο τον Στάρμερ, αλλά και τον ίδιο τον βρετανικό θεσμικό ιστό.
Σχόλιο
: Η υπόθεση Μάντελσον λειτουργεί ως τεστ αντοχής για το αφήγημα «σοβαρής διακυβέρνησης» του Στάρμερ. Όταν η τεχνοκρατική επίκληση συνδυάζεται με πελατειακές τοποθετήσεις και περιφρόνηση των μηχανισμών ασφαλείας, η ζημιά δεν είναι απλώς επικοινωνιακή – είναι θεσμική. Αν ο πρωθυπουργός δεν ανακτήσει γρήγορα τον έλεγχο και δεν αναλάβει προσωπικά την ευθύνη, κινδυνεύει να παγιωθεί ως ακόμη ένας ηγέτης που κατήγγειλε τη «σαπίλα» του συστήματος, για να την αναπαράγει με πιο εκλεπτυσμένα μέσα.






