Ο Βρετανός πρωθυπουργός Κιρ Στάρμερ αντιμετωπίζει τη σοβαρότερη κρίση της θητείας του, με αφετηρία τον διορισμό του Πίτερ Μάντελσον ως πρέσβη στις ΗΠΑ. Η υπόθεση αποκαλύπτει βαθύτερα κενά στον τρόπο διακυβέρνησής του και απειλεί να συντομεύσει δραματικά την πρωθυπουργία του.
Λιγότερο από δύο χρόνια μετά τον εκλογικό θρίαμβο των Εργατικών, η πρωθυπουργία του Κιρ Στάρμερ κλονίζεται από μια κρίση που ξεπερνά κατά πολύ το πρόσωπο του Πίτερ Μάντελσον. Η απόφαση του 2024 να τον τοποθετήσει πρέσβη του Ηνωμένου Βασιλείου στην Ουάσιγκτον, ως κεντρικό δίαυλο προς την κυβέρνηση Τραμπ, εξελίχθηκε σε πολιτική βόμβα που εκθέτει τον ίδιο τον πρωθυπουργό και τον τρόπο με τον οποίο κυβερνά.
Το σκάνδαλο Μάντελσον και η αλυσίδα παραιτήσεων
Η υπόθεση ξέσπασε όταν αποκαλύφθηκε ότι αξιωματούχος ασφαλείας είχε εισηγηθεί να μην λάβει ο Μάντελσον πλήρη διαβάθμιση ασφαλείας, λόγω της σχέσης του με τον καταδικασμένο για σεξουαλικά εγκλήματα Τζέφρι Έπσταϊν. Παρ’ όλα αυτά, το Φόρεϊν Όφις ενέκρινε τη διαβάθμιση, χωρίς ο Στάρμερ –σύμφωνα με τον ίδιο– να ενημερωθεί ποτέ για την αρνητική γνωμοδότηση.
Όταν νέες αποκαλύψεις ήρθαν στο φως, ο πρωθυπουργός απέπεμψε τον Μάντελσον τον Σεπτέμβριο και, στη συνέχεια, είδε να αποχωρούν ο ισχυρός διευθυντής του γραφείου του Μόργκαν ΜακΣουίνι και ο επικεφαλής του Φόρεϊν Όφις Όλιβερ Ρόμπινς, ο οποίος φέρεται να είχε την τελική ευθύνη για τη διαδικασία ελέγχου. Η αντιπολίτευση κατηγορεί πλέον τον Στάρμερ ότι παραπλάνησε το Κοινοβούλιο όταν διαβεβαίωνε πως «όλες οι διαδικασίες ελέγχου ακολουθήθηκαν», ζητώντας ανοιχτά την παραίτησή του.
Οι υποστηρικτές του πρωθυπουργού επιμένουν ότι δεν υπάρχει καμία σύγκριση με τον Μπόρις Τζόνσον, ο οποίος κρίθηκε ότι εν γνώσει του παραπλάνησε τους βουλευτές. Ωστόσο, ο τρόπος που ο Στάρμερ εμφανίστηκε «έξαλλος με το κράτος» και τους ανώτερους δημόσιους λειτουργούς που «τον άφησαν εκτεθειμένο» ενίσχυσε την εικόνα ενός ηγέτη που μεταθέτει ευθύνες αντί να τις αναλαμβάνει.
Κενό ηγεσίας και χαμένη στρατηγική
Πέρα από το σκάνδαλο, σειρά νυν και πρώην συνεργατών του περιγράφουν στον βρετανικό Τύπο έναν πρωθυπουργό «απόντα»: με περιορισμένη ικανότητα διαχείρισης ομάδας, αποστροφή στη σύγκρουση, έλλειψη σαφούς αποστολής για την εξουσία και εμφανή κόπωση στο να οδηγήσει μεταρρυθμίσεις. Η επιτυχία της προεκλογικής εκστρατείας του 2024 αποδίδεται στην προθυμία του να αφήσει τους ειδικούς να τρέξουν την καμπάνια· το ίδιο μοντέλο, όμως, στην κυβέρνηση μεταφράζεται σε υπερβολική ανάθεση χωρίς πραγματική «ιδιοκτησία» των αποφάσεων.
Η ταχεία φθορά του επιτελείου του είναι ενδεικτική: τρεις διευθυντές πρωθυπουργικού γραφείου, πέντε διευθυντές επικοινωνίας, τρεις επικεφαλής Δημόσιας Διοίκησης και δύο προσωπικοί γραμματείς σε λιγότερο από δύο χρόνια. Πρώην αξιωματούχοι μιλούν για «μη λειτουργική επιχείρηση» και για έναν ηγέτη που «δεν ενδιαφέρεται πραγματικά για τους ανθρώπους» και συχνά «ρίχνει τους άλλους κάτω από το λεωφορείο» όταν ξεσπούν κρίσεις.
Παράλληλα, υπουργοί περιγράφουν έναν πρωθυπουργό που αποφεύγει να κόψει γόρδιους δεσμούς – όπως η διαμάχη για τις αμυντικές δαπάνες μεταξύ της υπουργού Οικονομικών Ρέιτσελ Ριβς και του υπουργού Άμυνας Τζον Χίλι – αφήνοντας κρίσιμες αποφάσεις να σέρνονται. Η απουσία μιας συνεκτικής ιδεολογίας ή «οράματος διακυβέρνησης» δυσκολεύει τη χάραξη προτεραιοτήτων και την υπεράσπιση δύσκολων επιλογών απέναντι στην κοινή γνώμη.
Παραλληλισμοί με τον Τζόνσον και επιπτώσεις για την Ευρώπη
Οι πιο σκληροί επικριτές του Στάρμερ φτάνουν να τον συγκρίνουν με τον Μπόρις Τζόνσον: έναν ηγέτη που κέρδισε συντριπτικά στις κάλπες, αλλά απέτυχε να διατηρήσει μια συνεκτική ομάδα και να παραγάγει συνεπή κυβερνητικό έργο. Το γεγονός ότι τώρα κατηγορείται πως παραπλάνησε το Κοινοβούλιο για μια υπόθεση με σαφείς ηθικές και θεσμικές διαστάσεις, ενισχύει τον παραλληλισμό και διαβρώνει το αφήγημα περί «αποκατάστασης της εμπιστοσύνης στην πολιτική».
Για την Ευρώπη και ειδικά για χώρες όπως η Ελλάδα, η αποσταθεροποίηση στο Λονδίνο έχει διπλή σημασία: αφενός, το Ηνωμένο Βασίλειο παραμένει κρίσιμος εταίρος σε ζητήματα άμυνας, Ουκρανίας και Μέσης Ανατολής· αφετέρου, η σχέση Λονδίνου–Ουάσιγκτον, για την οποία ορίστηκε ο Μάντελσον, είναι κομβική στο υπό αναδιαμόρφωση ευρωατλαντικό πλαίσιο υπό τον Ντόναλντ Τραμπ. Ένα αποδυναμωμένο Ντάουνινγκ Στριτ δυσκολεύεται να παίξει τον ρόλο γέφυρας ανάμεσα σε ΗΠΑ και Ευρώπη.
Σχόλιο
: Η κρίση Στάρμερ δεν είναι μόνο προσωπική, αλλά θεσμική: αποκαλύπτει πόσο εύθραυστη είναι η υπόσχεση «κανονικότητας» μετά τον Τζόνσον, όταν το μοντέλο διακυβέρνησης βασίζεται στην ανάθεση χωρίς λογοδοσία και στην επικοινωνία χωρίς σαφές πολιτικό σχέδιο. Για τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, η σταθερότητα του Λονδίνου παραμένει ζητούμενο – και η τωρινή αναταραχή υπενθυμίζει ότι το βρετανικό πολιτικό ρίσκο δεν έχει εκλείψει.
#ΗνωμενοΒασιλειο #KeirStarmer #Mandelson #Εργατικοι #ΠολιτικηΚριση






